Previous: τοξεύωNext: τοξία


τοξ-ήρης, ες, (ἀραρίσκω) furnished with the bow, χείρ E.Alc.35 (anap.), cf. Rh.226 (lyr.).

2. = τοξικός, τ. σαγή Id.HF188; τ. ψαλμός the twang of the bowstring, ib.1063 (lyr.).