Previous: τρίτοςNext: τριτόσπορος


τρῐτό-σπονδος, ον:&#χ2014;
τ. παιῶνα (Hartung for αἰῶνα) paean accompanying the third libation (to Ζεὺς Σωτήρ), A.Ag.246 (lyr.); cf. τρίτος 1.