Previous: τροπόςNext: τροπόω


τροποφορέω, c. acc., bear with another's moods, Sch.Ar.Ra.1479, Suid. S1. vv. σκύμνος et οὐ χρή; τὸν τῦφόν μου Cic.Att.13.29.1; v.l. for τροφο- in LXXDe.1.31, Act.Ap.13.18.