Previous: ἅμιλλαNext: ἁμίλλημα


ἁμιλλ-άομαι: fut.-ήσομαι Ar.Pax950, Pl.R.349c: aor. ἡμιλλήθην E. (v. infr.), Th.6.31; later ἡμιλλησάμην Plu.Arat.3, Luc.Par.51, Aristid.1.127, 149 J., etc.: pf. ἡμίλλημαι E. (v. infr. 11.1):—
compete, vie, contend, Ar.l.c., etc.; πρὸς ἀλλήλους Th. l.c.: c. dat.pers., Hdt.4.71, E.Andr.127, etc.; πρός τινα Id.HF960: c. dat. rei, contend in or with a thing, ἁμιλληθεὶς λόγῳ Id.Supp.195, cf.HF1255; βίῳ Hipp.426; ἵπποις, τόξοις, etc., And.4.27, Pl.R.328a, cf. Lg.834a; περί τινος about or for a thing, Luc.Charid.20; περί τινι Pi.N.10.31; ἐπί or πρός τι, Pl.Lg.830e, 968b; ὑπέρ τινος Plb.5.86.8: ἁ. ὡς ..or ὅπως .., Pl.R. 349c, X.HG7.2.14: c. acc. cogn., ἁ. στάδιον Pl.Lg.833a.

2. in pass. sense, πόλλ' ἁμιλληθέντα made subjects of contest, E.Fr.812.2.

II. without idea of rivalry, strive, hasten eagerly, ἐπὶ τὸ ἄκρον X.An.3.4.44; πρός τι to obtain a thing, Pl.R.490a, Arist.EN1162b8, al.; δεῦρ' ἁμιλλᾶται ποδί E.Or.456; σὲ τὴν ὄρεγμα δεινὸν ἡμιλλημένην Id.Hel.546: metaph., c. acc. cogn., ποῖον ἁμιλλᾱθῶ γόον; how shall I groan loud enough? ib.165; τόνδ' ἁμιλλῶμαι λόγον Hec.271.

III. Hsch. has Act., ἁμιλλᾶν: ἐρίζειν, καὶ εἰς τάχος γράφειν.