Previous: ἀναλακτίζωNext: ἀναλαμβάνω


ἀν-ᾰλᾰλάζω, raise a war-cry, ἀνηλάλαζον [οἱ στρατιῶται] X.An.4.3.19; στρατὸς δ' ἀνηλάλαξε E.Ph.1395: generally, cry aloud, Id.Supp.719.