Previous: ἀντεπιλαμβάνομαιNext: ἀντεπιμέλλω


ἀντεπι-μελέομαι or ἀντεπι-μέλομαι, attend or give heed in turn, v.l. X.Cyr.5.1.18; τινός to one, Id.An.3.1.16.