Previous: ἀπαιρεθέωNext: ἄπαις


ἀπαίρω (cf. ἀπαείρω), fut. ἀπᾱρῶ: aor. 1 ἀπῆρα E.IT967: pf. ἀπῆρκα Th.8.100, Aeschin.2.82: Ion. impf. ἀπαιρέεσκον, v.l. ἀπαίρεσκον, Hdt.1.186:—
lift off, and so, carry off, take away, τὰ ξύλα ibid.; remove, τί τινος E.Or.1608; τινὰ Σπάρτης Id.Hel.1671; in IT967, perh. get rid of, νικῶν ἀπῆρα φόνια πειρατήρια:—
Pass., ἀπαίρεται τράπεζα Achae.17.5; ἀπό τινος Ev.Matt.9.15.

II. lead or carry away, τὰς νέας ἀπὸ Σαλαμῖνος Hdt.8.57; μελάθρων ἀ. πόδα E.El. 774; ἀ. τινὰ ἐκ χθονός Id.Hel.1520.

2. elliptically (sc. ναῦς, στρατόν, etc.), sail away, march away, depart, ἀπαίρειν ἀπὸ Σαλαμῖνος Hdt. 8.60, freq. in Th., X., etc.: c. gen., ἀπαίρειν χθονός depart from the land, E.Cyc.131; Σπάρτης ἀπῆρας νηί̈ Κρησίαν χθόνα Id.Tr.944: c. acc. cogn., ἀ. πρεσβείαν to set out on an embassy, D.19.163.