Previous: ἀπερυκάνωNext: ἀπερυσιβόω


ἀπερύκω [ῡ], impf. ἀπήρυκον Plb.16.1.3: aor. ἀπήρυξα X.An.5.8.25, Isyll.74 (tm.), Maiist.45 (tm.):—
keep off or away, εἰ γὰρ Ἀθήνη ..βελέων ἀπερύκοι ἐρωήν Il.17.562; σύας τε κύνας τ' ἀ. Od.18.105; ἀπερύκοι ..Φοῖβος κακὰν φάτιν S.Aj.186 (lyr.); πολέμιον X.l.c., cf. Plb.16.1.3: c. gen., στρατὸν ..Μήδων ἀπέρυκε τῆσδε πόλεος Thgn. 775: c. acc. et inf., prevent one from .., οὔτε σε κωμάζειν ἀπερύκομεν οὔτε καλεῦμεν Id.1207:—
less freq. in Prose, ἀ. τινί τι keep off from, ταῦτα ἡ εὐτυχίη οἱ ἀπερύκει Hdt.1.32, cf. X.Oec.5.6; τοὺς λύκους ἀπὸ τῶν προβάτων Mem.2.9.2, cf. Arist.HA620a12:—
Pass., πατρῴης γῆς ἀπερυκόμενος debarred from .., Thgn.1210:—
Med., ἀλλήλων ἔριδος (v.l. ἔριδας) δὴν (δῆγμ' Bgk.) ἀπερυκόμενοι desisting from .., Id.494; ἀπερύκου (sc. φωνῆς) abstain from speech, S.OC169 (lyr.):—
later in act. sense, ἀπερύκεο νούσους, to be read in Maced.Pae.23.

2. withhold, σῖγα νόον βουλήν τ' ἀπερύκων A.R.3.174.