Previous: αὐτοκέλευθοςNext: αὐτοκελής


αὐτο-κέλευστος, ον, self-bidden, i. e. unbidden, X.An.3.4.5, D.H.8.66, AP5.21 (Rufin.); προθυμία Ph.2.90, al. Adv. -τως Aristeas 92.