Previous: βιόπρατοςNext: βιός


βίος[ῐ], ὁ, life, i. e. not animal life (ζωή), but mode of life (cf. εἰ χρόνον τις λέγοι ψυχῆς ἐν κινήσει μετα βατικῇ ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλον βίον ζωὴν εἶναι Plot.3.7.11), manner of living (mostly therefore of men, v. Ammon. p.32 V.; but also of animals, διεχώριζον ζῴων τε βίον δένδρων τε φύσιν Epicr.11.14, cf. X.Mem.3.11.6, etc.; also ζῆν φυτοῦ βίον Arist. GA736b13); ζώεις δ' ἀγαθὸν βίον Od. 15.491; ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύειν 18.254; αἰῶνα βίοιο Hes.Fr.161; τὸν μακρὸν τείνειν βίον A.Pr.537 (lyr.); ὁ καθ' ἡμέραν β. S.OC1364; βίον διαγαγεῖν Ar.Pax 439; τελεῖν S.Ant.1114; διατελεῖν Isoc.6.45; διέρχεσθαι βίου τέλος dub.in Pi.I.4(3).5; τελευτᾶν Isoc.4.84; ὑπ' ἄλλου τελευτῆσαι β. Pl.Lg.870e; ἐπειδὰν τοῦ ἀνθρωπίνου βίου τελευτήσω X.Cyr.8.7.17; τέρμα βίου περᾶν S.OT1530; ὁδὸς βίου Isoc.1.5, cf. X.Mem.2.1.21; διὰ βίου Arist.Pol.1272a37; prov., ὁ ἐπὶ Κρόνου βίος 'the Golden Age', Id.Ath.16.7; so Ταρτησσοῦ β. Him.Ecl.10.11; β. ζωῆς Pl.Epin.982a (cf. βιοτή); ζῆν θαλάττιον β. Antiph.100; ἀμέριμνον ζῆν β. Philem.92.8; λαγὼ β. ζῆν δεδιὼς καὶ τρέμων D.18.263; σκληρὸς τῷ β. Men.Georg.66: rarely in pl., Alex.116.6 and 11, Men.855; τίνες καὶ πόσοι εἰσὶ β.; Pl.Lg.733d, cf. Arist.EN1095b15, Pol.1256a20.

2. in Poets sts. = ζωή, βίον ἐκπνέων A.Ag.1517 (lyr.); ἀποψύχειν S.Aj.1031; φείδεσθαι βίου Id.Ph.749; νοσφίζειν τινὰ βίου ib.1427, etc.

3. lifetime, ἐς τὸν ἅπαντα ἀνθρώπων β. Hdt.6.109; τῶν ἐπὶ τοῦ σοῦ β. γεγονότων λόγων Pl.Phdr. 242a, cf. PMagd.18.7 (iii B. C.), etc.

II. livelihood, means of living (in Hom. βίοτος), βίος ἐπηετανός Hes.Op.31, Pi.N.6.10; τὸν βίον κτᾶσθαι, ποιεῖσθαι, ἔχειν ἀπό τινος, to make one's living off, to live by a thing, Hdt.8.106, Th.1.5, X.Oec.6.11; ἀπεστέρηκας τὸν βίον τὰ τόξ' ἑλών S.Ph.931, cf. 933, 1282; κτᾶσθαι πλοῦτον καὶ βίον τέκνοις E. Supp.450; πλείον' ἐκμοχθεῖν β. ib.451; β. πολύς ib.861; ὀλίγος Ar. Pl.751; βίον κεκτημένος Philem.99.4; ὁ ῐδιος β. private property, AJA17.29 (i B. C.), cf. SIG762.40, Iamb.VP30.170; β. Δημήτριος, = corn, A.Fr.44.

III. the world we live in, 'the world', οἱ ἀπὸ τοῦ β., opp. the philosophers, S.E.M.11.49; simply ὁ βίος Id.P.1.211; ὁ β. ὁ κοινός ib. 237; μυθικὰς ὑποθέσεις ὧν μεστὸς ὁ β. ἐστί Ph.1.226; ἐκκαθαίρειν τὸν β., of Hercules, Luc.DDeor.13.1; τὸν βίον μιμούμενοι, of comic poets, Sch. Heph.p.115C.; also, 'the public', ἵνα ὁ β. εἰδῇ τίνα δεῖ μετακαλεῖσθαι Sor.1.4.

IV. settled life, almost, = abode, ἐν τῇ Θρᾳκίᾳ νήσῳ βίους ἱδρύσαντο D.H.1.68, cf. 72.

V. a life, biography, as those of Plu., Thes.1, cf. Ph.2.180.

VI. caste, διεῖλε τὸ πλῆθος εἰς τέτταρας β. Str.8.7.1.

VII. wine made from partly dried unripe grapes, Plin.HN14.77.

VIII. Astrol., the second region, Paul.Al.L.2. (Cf. Skt. jīvs 'alive', jvati 'live', Lat. uīvus, etc.)