Previous: βλαπτικόςNext: βλάσαμον


βλάπτω, fut. -ψω E.Heracl.704, etc.: aor. ἔβλαψα, Ep.βλάψε Il.23.774: aor. 2 ἔβλᾰβον Q.S.5.509: pf. βέβλᾰφα D.19.180, Plb.12.26.2, ἔβλαφα (κατ-) IG7.303.51 (Oropus):—
Pass., fut.βλᾰβήσομαι Isoc.1.25, Pl.Men.77e, Grg.475d, Hp.Mi.373a; βεβλάψομαι Hp.Acut.16: also fut. Med. βλάψομαι (in pass. signf.) Th.1.81, 6.64: aor. 1 ἐβλά-φθην Il.16.331, etc.: aor. 2 ἐβλάβην [ᾰ], 3pl. ἔβλαβεν, βλάβεν, 23.461, 545, part. βλᾰβείς A.Ag.120 (lyr.) (aor. Med. βλάψαντο only in Q.S.5.466): pf. βέβλαμμαι Il.16.660, etc.:—
disable, hinder, μή τιν' ἑταίρων βλάπτοι ἐλαυνόντων Od.13.22; βλάψας δέ μοι ἵππους Il.23.571; β. πόδας disable the feet for running, lame them, ib.782:—
Pass., ζωὸν ἕλε βλαφθέντα κατὰ κλόνον entangled in the mêlée, 16.331; ὄζῳ ἔνι βλαφθέντε μυρικίνῳ [the horses] caught in a branch, 6.39; βλάβεν ἅρματα καὶ ταχε' ἵππω chariots and horses were stopped, 23.545; Διόθεν βλαφθέντα βέλεμνα stopped, baffled by Zeus, 15.489, cf. 484; βεβλαμμένος ἦτορ stopped in his life (s. v.l.), 16.660.

2. c. gen., hinder from, τόν γε θεοὶ βλάπτουσι κελεύθου Od.1.195; οὐδέ τις αὐτὸν βλάπτειν οὔτ' αἰδοῦς οὔτε δίκης ἐθέλει Tyrt.12.40 (repeated in Thgn. 938):—
Pass.,βλαβέντα λοισθίων δρόμων arrested in its last course, A.Ag.120 (lyr.).

II. of the mind, distract, pervert, mislead, of the gods, τὸν δέ τις ἀθανάτων βλάψε φρένας Od.14.178, cf. Trag.Adesp. 455: c. acc. pers., Il.22.15, Od.23.14; so of Ate, φθάνει δέ τε πᾶσαν ἐπ' αἶαν βλάπτουσ' ἀνθρώπους Il.9.507; also of wine, Od.21.294; βλαφθείς, Lat. mente captus, Il.9.512: so c. gen., ἥ τε [Περσεφόνη] ..βλάπτουσα νόοιο Thgn.705; νόου βεβλαμμένος ἐσθλοῦ Id.223.

III. after Hom., damage, hurt, οἷσι μὴ βλάψῃ θεός (sc. τὰ τέκνα) A.Eu. 661, etc.: with neut. Adj., πλείω β. τινά Th.6.33; μείζω Pl.Ap.30c; ἄλλο τι X.HG1.1.22, etc.:—
Pass., μεγάλα βεβλάφθαι Id.Cyr.5.3.30; βεβλαμμένος τὸν ὀφθαλμόν PStrassb.52.2 (ii A. D.), etc.: c. acc. cogn., β. τοὺς βίους μείζους βλάβας do greater mischiefs to .., Posidipp.12.4: c. dupl. acc., β. τὴν πόλιν τοὺς ὑπολοίπους rob her of .., App.BC2.131:—
Pass., τοσούσδε βλαβῆναι τὴν πόλιν lose them, Id.Hann.28; τὸ βλαβέν, = βλάβη, Pl.Lg.933e.

2. c. acc. rei, β. λόγον mar the prophecy, Pi.P.9.94; τοὺς ὅρκους violate them, Arist.Fr.148. (βλαπ-< μλαπ- (mq), cf. Skt. marcáyati 'injure', mktás 'wounded', Lat. mulco 'maltreat'.)