Previous: βόαυλοςNext: βοειακός


βοάω, Ep. 3sg. βοάᾳ, 3pl. βοόωσιν, part. βοόων, Il.14.394, 17.265, 15.687: Ion.impf. βοάασκε A.R.2.588: fut. βοήσομαι Th.7.48, etc.; Dor. βοάσομαι Ar.Nu.1154 (lyr.); later βοήσω A.R.3.792, AP7.32 (Jul.), etc. (βοάσω E.Ion 1447 (lyr.) is aor. subj.): aor. ἐβόησα Il.11.15, S.Tr. 772, etc.; Ep. βόησα Il.23.847; Dor. βόασα B.16.14; Ion. ἔβωσα Il.12.337, Hdt.1.146, Hippon. 1, Herod. 3.23; sts.in Com., Cratin. 396, Ar. Pax 1155: pf. βεβόηκα Philostr.VS2.1.11:—
Med., βοώμενος Ar.V. 1228 (perh. Pass.): Ep.aor. βοήσατο Q.S.10.465, Ion. ἐβώσατο Theoc. 17.60; part. βοησάμενος Ant.Lib.25.3:—
Pass., Ion. aor. ἐβώσθην Hdt.6.131: pf. βεβόημαι AP7.138 (Aceratus), Ion. part. βεβωμένος Hdt.3.39: plpf. ἐβεβόητο Paus.6.11.3:—
cry aloud, shout, ὀξὺ βοήσας Il.17.89; ὅσσον τε γέγωνε βοήσας Od.6.294; πᾶσα γὰρ πόλις βοᾷ A. Ag.1106 (lyr.); ὡς δράκων β. Id.Th.381; β. γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς ib.468; οἱ βοησόμενοι men ready to shout (in the ἐκκλησία), D. 13.20; ὁ δῆμος ἐβόησευ .., of acclamations, POxy.41.19 (iii/iv A. D.), cf. Charito 1.1, al., IG12(9).906 (Chalcis, iii A. D.).

2. of things, roar, howl, as the wind and waves, οὔτε ..κῦμα τόσον βοάᾳ ποτὶ χέρσον Il.14.394; resound, echo, ἀμφὶ δέ τ' ἄκραι ἠϊόνες βοόωσιν 17.265; βοᾷ δὲ πόντιος κλύδων A.Pr.431 (lyr.), etc.; βοᾷ δ' ἐν ὠσὶ κέλαδος rings, Id.Pers.605; τὸ πρᾶγμα φανερόν ἐστιν, αὐτὸ γὰρ βοᾷ it proclaims itself, Ar.V.921; φαίνεται αὐτὰ τὰ στοιχεῖα βοᾶν ὡς ἑλκόμενα Arist. Metaph.1091a10.

II. c. acc. pers., call to one, call on, Pi. P.6.36, E.Med.205 (lyr.), Hdt.8.92, X.Cyr.7.2.5, Herod.4.41:—
Med.βοησάμενοι δαίμονας Ant.Lib.l.c.

2. c. acc., call for, shout out for, S.Tr.772; β. τὴν βοήθειαν Hell.Oxy.10.2.

3. c. acc. cogn., β. βοάν Ar.Nu.1153 (lyr.); β. μέλος, ἰωάν, S.Aj.976, Ph.216 (lyr.); β. λοιγόν A.Ch.402 (lyr.); ἄλγος E.Tr.1310(lyr.): c. dupl. acc., βοάσαθ' ὑμέναιον ἀοιδαῖς ἰαχαῖς τε νύμφαν sound aloud the bridal hymn in honour of the bride, ib.335 (lyr.); ἔλεγον ἰήϊον ἐβόα κίθαρις E.Hyps. Fr.3(1).iii 10.

4. noise abroad, celebrate, ἡ ῥάφανος ἣν ε�;́βοᾶτε Alex. 15.7; πρήγματα βεβωμένα ἀνὰ Ἰωνίην Hdt.3.39; ἐβώσθησαν ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα Id.6.131; οἱ βοηθέντες ἐπὶ χρήμασι Lib.Or.59.155; βεβοῆσθαι ἀπὸ τοῦ Μαραθῶνος, ἐκ τῶν ἀδικημάτων, Id.Decl.11.18, 5.53.

5. c. inf., cry aloud or command in aloud noice to do a thing, S.OT1287, E.Andr.297 (lyr.); βοᾶν τινι ἄγειν X.An.1.8.12; ἐβόων ἀλλήλοις μὴ θεῖν ib.19; also, cry aloud that .., Epicrat.11.31(anap.); β. ὅτι ..X. An.1.8.1, Antiph.125.5.

6. Pass., to be filled with sound, πᾶσαν δὲ χρὴ γαῖαν βοᾶσθαι ὑμνῳδίαις E.Hel.1434; to be deafened, Ar.V. 1228. (Cf. βοή.)