Previous: ξυλήφιονNext: ξυλικός


ξῠλ-ίζομαι, Med., gather wood, X.An.2.4.11; ἐκ τοῦ παραδείσου Plu.Art.25; ξυλισάμενος ὀλίγα κομμάτια Alciphr.I.I.