Previous: φιλομάθειαNext: φιλομαθία


φῐλομαθ-ής, ές, fond of learning, eager after knowledge, Pl.Phd.67b, 82d, al.; ἐὰν ᾖς φ., ἔσει πολυμαθής Isoc.1.18: Sup. -έστατος X.Cyr.1.2.1: τὸ φ., = φιλομάθεια, Pl.R.376b, cf. 411d: Adv. -θῶς, ἔχειν Ant.Diog.11.

2. c. gen. rei, eager after, τῶν εἰς τὸν πόλεμον ἔργων X.An.1.9.5 (Sup.).