Previous: ἡδυοινίαNext: ἡδυόνειρος


ἡδύ-οινος, Dor. ἁδ-, ον, producing sweet wine, ἄμπελοι X.An.6.4.6; -ότερος καρπός Thphr.CP3.15.1.

2. containing sweet wine, λεπαστά Apolloph.6.

II. ἡδύοινοι, οἱ, dealers in sweet wine, X.Vect.5.3.