Previous: ἡσυχάωNext: ἡσυχία


ἡσῠχ-ῇ (with ι PHib.1.73.6 (iii B.C.), PCair.Zen. (v. infr.)), Dor. ἡσῠχ-ᾶ, Adv. stilly, quietly, softly, gently, Pi.P.11.55, etc.; ἡ. κατακεῖσθαι Ar.Pl.692; μετέρχεσθαί τινα E.Hipp.444; ἔχ' ἡ. keep quiet! Pl.Hp.Ma.298c; ἡ. ἔχειν τὴν οὐράν to keep it still, X. Cyn.3.4; ἡ. γελάσαι Pl.Phd.115c; κοσμίως πάντα πράττειν καὶ ἡ. Id.Chrm.159b, etc.; ἡ. ἀναμιμνήσκεσθαι to recollect quietly, at one's ease, Aeschin.2.35; εὐσεβεῖν E.Fr. 286.9.

2. by stealth, secretly, Plu.Alc.24, Th.8.69, Plot.2.9.18.

3. to some extent, Men.Her.20; slightly, φύλλον περικεχαραγμένον ἡ. Thphr.HP3.14.1; βηχίον ἡ. ξηρόν Hp.Epid.4.27; ὀξύς Theoc. 14.10 (prob. l.); ὑπόσιμος PCair.Zen.76.11 (iii B.C.); μακροπρόσωπος PStrassb.87.11 (ii B.C.); ἐνερευθές Dsc.3.131; τοῦ αὐχένος εἰς εὐώνυμον ἡ. κεκλιμένου Plu.Alex.4; γρυπός Ael.NA3.28.