Previous: λυπέωNext: λύπημα


λῡ́π-η, ἡ, pain of body, opp. ἡδονή, Id.Phlb. 31c, etc.; also, sad plight or condition, Hdt.7.152.

2. pain of mind, grief, ib.16.ά; δῆγμα δὲ λύπης οὐδὲν ἐφ' ἧπαρ προσικνεῖται A.Ag.791 (anap.); τί γὰρ καλὸν ζῆν βίοτον, ὃς λύπας φέρει; Id.Fr.177, cf. S.OC 1217 (lyr.), etc.; ἐρωτικὴ λ. Th.6.59; λύπας προσβάλλειν Antipho 2. 2.2; λ. φέρειν τινί And.2.8; opp. χαρά, X.HG7.1.32.