Previous: μεγαλεπίβουλοςNext: μεγαληγορία


μεγᾰλ-ηγορέω, talk big, boast, X.An.6.3.18: with neut. Adj., ἕκαστα ἐμεγαληγόρουν Id.Cyr.4.4.2, cf. 7.1.17; also τοιοῦτόν τινα λόγον μ. Polem.Cyn.45.

II. trans., extol highly, Hdn.3.9.12.