Previous: μειρακιεύομαιNext: μειρακιόομαι


μειρᾰ́κῐ-ον, τό, in form Dim. of μεῖραξ, lad, stripling, Antipho 3.3.11, Ar.Nu.917 (anap.), Pl.R.497e, Prt.315d, Men.Georg. 46; ἔφηβος, μ., ἀνήρ, γέρων Id.18 D.; ἄχρι γενείου λαχνώσιος, ἐς τὰ τρὶς ἑπτά Hp. ap. Ph.1.26; παῖς, μ., νεανίσκος Arr.Epict.3.9.8; under twenty-one, Plu.Brut.27; about twenty, Luc.DMort.9.4; ἐκ μειρακίων μέχρι γήρως Isoc.15.93, cf. Aeschin.1.39; εἰς ἄνδρας ἐκ μειρακίων τελευτᾶν Pl.Tht.173b; ἐκ μειρακίου Is.5.40.

2. of adults, in a contemptuous sense, Plb.2.68.2, Plu.Phil.6.