Previous: μοσχείαNext: μοσχέλαιον


μόσχ-ειος, ον, of a calf, κρέα μόσχεια veal, X.An.4.5.31; μόσχεια alone, AP9.377 (Pall.); μ. αἷμα ib.6.263 (Leon.); κυνοῦχος μ. calf-skin bag, X.Cyn.2.9; μόσχειον, τό, calf-skin, Id.Eq.12.7; in full, μ. δέρμα PCair.Zen.61.4 (iii B. C.), Plb.6.23.3.