Previous: μονάρχιαNext: μοναρχικός


μοναρχ-ία, Ion. μουναρχίη, ἡ, monarchy, government by a single ruler, Alc.Oxy. 1789 Fr.12, A.Th.883 (lyr., pl.), Hdt.3.82; λαβὼν χώρας παντελῆ μ. S.Ant.1163, etc.; καὶ γὰρ κατέστησ' αὐτὸν (sc. τὸν δῆμον)εἰς μοναρχίαν E.Supp.352; ὦ μισόδημε καὶ μοναρχίας ἐραστά Ar.V.474; including βασιλική and τυραννική, Pl.Plt.291e: in pl., οἱ ἐν ταῖς μ. ὄντες Isoc.2.5, cf. Arist.Pol.1311a24, 1279a33, Rh.1365b37; of the Roman Dictator, Plu.Caes.37; supreme command, of a general, X.An.6.1.31.