Previous: ὄγκημαNext: ὄγκησις


ὀγκ-ηρός, ά, όν, (ὄγκος B) bulky, swollen, ὀστέα Hp.Fract.24 (Comp.); ὀ, εἰς τὸ ἄνω Id.Art.13 (Comp.).

II. metaph., stately, pompous, ὄνομα Demetr.Eloc.176; τῆς βασιλείας ὀγκηρότερον διᾴγειν X.HG3.4.8; ἐν τραγῳδίᾳ, πράγματι ὀγκηρῷ φύσει Longin.3.1; τὸ ὀ. bombast, Arist.EN1127b24: irreg. Comp. ὀγκότερος (formed from ὄγκος) Id.Pr.966a2: Sup. ὀγκότατος AP12.187 (Strat.).