Previous: οἰχνέωNext: ὀίω


οἴχομαι, impf. ᾠχόμην (in Hdt. οἰχόμην), the only tenses used by Hom.: fut. -ήσομαι Ar.V.51, Fr.150, Pl.Tht.203d, etc.: pf. οἴχωκα S.Aj.896, Id.Fr.241 codd. (ᾤχωκε A.Pers.13); pf. part. οἰχωκώς, υῖα, ός Hdt.9.98,8.108; also ᾤχηκα (παρ-) Il.10.252 (v.l.), D.H.11.5, etc.: plpf. οἰχώκεε Hdt.1.189, etc.; ᾠχήκει Plb.8.27.9:—
Med., pf. ᾤχημαι, Ion. οἴχημαι Hdt.4.136 (δι-), Plu.Cam.14 (παρ-, but in Hp. de Arte9, X.An.2.4.1, παροιχόμενος is now restored):—
Act., imper. οἶχε (but perh. οἴχε (ο) with elision) Plu.Pyrrh.28: pres. οἰχέομαι, contr. οἰχεῦμαι, dub. l. in AP7.273 (Leon.):

I. rarely in a general sense, go or come, without the idea of departure, and without a perfect sense, ἐννῆμαρ μὲν ἀνὰ στρατὸν ᾤχετο κῆλα θεοῖο Il.1.53, cf. 5.495; more freq. go, go away, go off, Il.1.380, 13.38, 23.564, Od. 17.104, al.: but usu. οἴχεται in pf. sense, he has gone, departed, and ᾤχετο in plpf. sense, he had gone, ἤδη ..οἴχεται Il.15.223, cf. 14.311; ἐπεὶ οἴχεο νηί̈ Πύλονδε Od.16.24, etc.; οἱ πρέσβεις οἱ μετὰ Πλειστίου οἰχόμενοι IG12.57.51; τῶν οἰ. Ἑλλάδ' ἐς αἶαν A.Pers. 1 (anap.); τὸν κήρυκα τὸν παρὰ τοὺς βροτοὺς οἰ. Ar.Av.1270: freq.c.part., εἴ πέρ κεν Ἄρης ..οἴχηται φεύγων shall be fled and gone, Od.8.356; ᾤχετ' ἀποπτάμενος he had taken flight and gone, Il.2.71; ὥς μ' ὄφελ' ..οἴχεσθαι προφέρουσα ..θύελλα 6.346, cf. Od.20.64; so οἴχεται πλέων Hdt.4.145; οἴχεται ἀπολιπών he has gone and left .., ib.155; so in Att., οἴχεται θανών (v. infr. II); ἢν δῃώσαντες οἴχωνται Foed. ap. Th.5.47; οἴ. φέρων Ar.Lys. 976, etc.; πρεσβεύων ᾤχετο X.Cyr.5.1.3; ᾤχετ' εὐθέως ἀπιών D.18.65, cf. Pl.Smp.223b, etc.: with an Adj., οἴχεται φροῦδος he's clean gone, Ar.Ach.210: rarely in the reverse usage, οἰχόμενοι κόμισαν δέπας Il. 23.699, cf. 22.223: c. acc. cogn., οἴχεσθαι ὁδόν Od.4.393.—
The part. οἰχόμενος in Hom. sts. means absent, away, Ὀδυσσῆος πόθος αἴνυται οἰχομένοιο Od.14.144; δὴν οἰ. ib.376.

II. Special usages:

1. of persons, euphem. for θνῄσκω, to have departed, be gone hence, εἰς Ἀί̈δαο Il.22.213; ψυχὴ κατὰ χθονὸς ᾤχετο 23.101; οἴ. θανών S.Ph. 414, cf. E.Hel.134, etc.; [τὸ γένος] οἴ. πᾶν πρόρριζον And.1.146; οἰχήσομαι ἀπιὼν εἰς μακάρων δή τινας εὐδαιμονίας Pl.Phd.115d; part. οἰχόμενος for θανών, departed, dead, A.Pers.546 (anap.), S.El.146 (lyr.), etc.

b. to be undone, ruined, opp. σῴζομαι, ἢ σεσώσμεθα ..ἢ οἰχόμεσθ' ἅμα Id.Tr.85, cf.Aj.1128; τὸ μὲν ἐπ' ἐμοὶ οἴχομαι, τὸ δ' ἐπὶ σοὶ σέσωσμαι X.Cyr.5.4.11; so οἴχωκα or ᾤχωκα to be gone, undone, ruined, A.Pers.13 (anap.), S.Aj.896, etc.; so οἰχομένας πόλεως E.Tr. 596 (lyr.), cf. Heracl.14; τοῦ ..διαλυθεῖσαν οἴχεσθαι πολιτείαν Pl.Lg. 945c.

2. of things, to be gone, lost, vanished, πῇ δή τοι μένος οἴχεται; whither is thy spirit gone? Il.5.472, cf. 13.220, 24.201; αἰτία οἴχεται is absent, Gal.18(2).48; δίψης οἰχομένης Id.15.564, cf. Aret. CD�4.