Previous: παραγγελματικόςNext: παράγειος


παράγγ-ελσις, εως, ἡ, in war, transmission of orders, Th.5.66 (pl.), Pl.Lg.942b (pl.); ἀπὸ παραγγέλσεως πορεύεσθαι X.An.4.1.5.