Previous: παρακελεύομαιNext: παρακέλευσμα


παρα-κέλευσις, εως, ἡ, cheering on, exhorting, Th.7.70; διδαχὴν ἅμα τῇ π. ποιεῖσθαι Id.4.126; ἐκ παρακελεύσεως Id.7.40; π. τοῦ μὴ ποιεῖν δεῖσθαι Phld.Oec. p.36 J.; τυφλοῦ π. advice given by a blind man, Pl.Tht.209e: pl., X. Cyr.3.3.50, Isoc.9.31, etc.

II. factious combination for elections, ἐκ π. ἢ καὶ δεκασμοῦ D.C.53.21.