Previous: πειθάνωρNext: πειθάρχησις


πειθαρχ-έω, obey one in authority, abs., πειθαρχεῖ .., ἄπληκτος ὥσπερ ἵππος Eup.232, cf.Arist.Pol.1262b3: mostly c. dat., π. πατρί S.Tr.1178; τοῖς νόμοισι Ar.Ec.762; τοῖς ἐφεστῶσι X.Mem.3.5.19, cf. Pl.R.538d; ὡς ἂν ..τοῖς πηδαλίοις ἡ ναῦς π. Cratin.139; τοῖς προσταχθεῖσιν Isoc.3.13; τῷ λόγῳ Arist.Pol.1295b6: c. gen. (cf. πείθω B. 1.3), ἐπιταγμάτων Epist. Darei in SIG22.7 (v B. C.); στρατηγοῦ OGI12.11 (Priene, iii B. C.), cf. 244.38 (Syria, ii B. C.); τινος PGiss.2.16 (ii B. C.):—
Med., ἔθνος ..πειθαρχέεσθαι ἑτοῖμον Hdt.5.91.