Previous: πελταστήςNext: πέλτη


πελτ-αστικός, ή, όν, skilled in the use of the πέλτη, Pl. Tht.165d; οἱ π. Id.Prt.350a: ἡ -κή (sc. τέχνη) tactics of a targeteer, Id.Lg.813e; τὸ -κόν, = οἱ