Previous: πεντηκονθήμεροςNext: πεντηκοντάδραχμος


πεντήκοντα, οἱ, αἱ, τά, indecl., fifty, Il.2.509, etc.: Boeot. πεντείκοντα Corinn. Supp.2.67: gen. pl. πεντηκόντων Schwyzer 688 D 7 (Chios, V B.C.).