Previous: περιπιπράσκωNext: περιπίσματα


περιπίπτω, fut. -πεσοῦμαι Ar.V.523, etc.: Ep. pf. part. fem. περιπεπτηυῖαι Eratosth.16.9:—
fall around, i.e. so as to embrace, τινι X. An.1.8.28; ἐπί τινι Plu.Crass.17; εἰς τὸ στῆθος Id.Sert.26.

2. fall around, i.e. upon, a weapon, τῷ ξίφει Ar.V.523; τῷ βέλει Antipho 3.3.6.

3. [ζῶναι] πόλοις περιπεπτηυῖαι encircling the poles, Eratosth.l.c.

4. fall over, ἑκατέρωσε Plu.Pyrrh.24; πλαγία περιπεσοῦσα Id.Ant.67.

II. c. dat., fall in with, Hdt.6.105; ἀλλήλοις X.An.7.3.38, etc.; freq. of ships meeting at sea, Hdt.6.41,8.94, Th. 8.33,103; π. μουσικῇ τε καὶ ταῖς μέθαις having encountered them in our discussion. Pl.Lg.682e; ἡ ὄψις κάμνουσα ἐν τοῖς μικροῖς τοῖς μεγάλοις ἀσμένως π. Plot.6.9.3: abs., supervene, Petos. ap. Vett. Val.278.8.

2. fall foul of other ships, τῇσι σφετέρῃσι νηυσί Hdt.8.89; περὶ ἀλλήλας of one another, ib.16; also π. περὶ τὴν Σηπιάδα to be wrecked on .., Id.7.188.

3. metaph., fall in with, fall into, mostly of evil, c. dat., π. ἀδίκοισι γνώμῃσι fall in with, encounter unjust judgements, Id.1.96; π. τοιαύτῃσι τύχῃσι, δουλοσύνῃ, Id.6.16,106; νούσοις, νοσήμασι, Hp. VM3, X.Cyr.6.2.27; λουτροῖσιν ἀλόχου E.Or.367; αἰσχρᾷ τύχῃ Id.Hec.498; ἀκουσίοις κακοῖς Antipho 3.3.7; τοιούτῳ πάθει Th.2.54; τοιαύτῃ συμφορᾷ περιπέπτωκεν ὑπὸ τούτου D.21.96, cf. And.1.51; ἀβροχίαις OGI56.15 (Canopus, iii B. C.); π. συκοφάνταις Lys.7.1; αἰσχύνῃ X.HG7.3.9; ταῖς μεγίσταις ζημίαις Isoc.7.27, cf. 12.146; αἰτίᾳ Plu. Ant.67; also σοὶ αὐτῷ περιπίπτειν to be caught in your own snare, Hdt.1.108, cf. 8.16, Luc.DMort.26.2; τοῖς ἐμαυτοῦ λόγοις περιπίπτω Aeschin.2.144: with a Prep., ἐν σφίσι κατὰ τὰς ἰδίας διαφορὰς π. Th.2.65: abs., come to grief, Plb.8.36.4, Vett.Val.16.2.

4. of events, befall one, ἤν μοί τι περιπίπτῃ κακόν Ar.Th.271: abs., δεῖ τι περιπεσεῖν Philostr.VA1.33.

III. change suddenly, εἴς τι Plb.3.4.5.