Previous: περίπλευροςNext: περίπλεως


περιπλέω, Ion. περιπλευρ-πλώω, sail or swim round, abs., Hdt.6.44, Ephipp. 5.16 (anap.), etc.; float, of an island, Hecat.305J.: c. acc., Λιβύην, Πελοπόννησον, τὴν ἄκρην, τὴν Εὔβοιαν, Hdt.4.42,179, 5.108, 8.14; π. αὐτοὺς κύκλῳ Th.2.84; ἀνὴρ πολλὰ περιπεπλευκώς Ar.Ra.535; π. ἐκ τοῦ Κωρύκου Th.8.34; ἀπ' Ἰωνίας εἰς Κιλικίαν X.An.1.2.21, cf. Th.8.92; εἰς Πύλας D.18.32; π. ἐκεῖσε X.HG1.1.11.

II. metaph., to be unstable, slip about, Hp.Fract.4.

2. recur, ἐς περίοδον π., of a headache, Aret.SD1.2.

III. Pass., to be wrapped up, Heliod. ap. Orib.44.23.20.