Previous: πέρυσιNext: περφεραῖος


περῠσῐνός, ή, όν, of last year, last year's:

1. of men and animals, οἱ π. ἄρχοντες Pl.Lg.855c; π. φόρος IG12.216.11,45; π. δήμαρχος ib. 22.1183.26; π. ἔφηβος Poll.2.9; οἱ π. ἡγεμόνες, of queen wasps. Arist. HA628a26; τὰ π. κυήματα ib.556a7.

2. of things, τρύβλιον π. Ar.Ra.986; ὁ π. [καρπός] Thphr.HP3.12.4; π. σπέρματα Mnesith. ap.Orib.2.67.1; ὁ π. οἶνος dub. in Ael.NA7.47; ἡ π. ἔγληψις Wilcken Chr.167.18 (ii B.C.).