Previous: πιπτακάριοςNext: πιπώ


πίπτω, Aeol. πίσσω, acc. to Gramm. in Hilgard Exc. ex libris Herodiani p.28 (cf. Hdn.Gr.2.377 note); poet. subj. πίπτῃσι Pl.Com. 153.5: Ep. impf. πῖπτον Il.8.67, etc. (for the quantity of ι cf. Hdn. Gr.2.10); Ion. πίπτεσκον (συμ-) Emp.59.2: fut. πεσοῦμαι A.Ch.971 (lyr.), etc.; Ion.3pl. πεσέονται Il.11.824, 3sg. πεσέεται Hdt.7.163, 168: aor. ἔπεσον, inf. πεσεῖν, Il.13.178, etc.; 2sg. opt. πεσοίης Polem.Call. 10.14; Aeol. and Dor. ἔπετον Alc.60, Pi.O.7.69, P.5.50, (κάπετον) O.8.38, (ἐμ-) P.8.81, cf. Isyll.8, IG14.642 (Thurii); in later writers ἔπεσα, Orph.A.521, LXX Le.9.24, al., f.l. in E.Tr.291 (προς-): pf. πέπτωκα A.Eu.147, Ar.Ra.970, etc.; Ep. part. πεπτεώς, εῶτος (the εω forming one syll. by synizesis), Il.21.503, etc.; also πεπτηώς, ηυῖα, Od.14.354, Simon.183.7, Hp.Mul.1.69, A.R.4.1298, AP7.427 (Antip. Sid.), cf. πτήσσω; Trag. part. πεπτώς S.Aj.828, Ant.697. (Redupl. from πετ-, which appears in Aeol. and Dor. aor. ἔ-πετ-ον (v. supr.), and the poet. form πίτ-νω; cogn. with πέτομαι, q.v.)

A. Radical sense, fall down, and (when intentional) cast oneself down, πρηνέα πεσεῖν, ὕπτιος πέσεν, Il.6.307, 15.435, etc.; νιφάδες ..π. θαμειαί 12.278; ὀπίσω πέσεν Od.12.410; etc.:—
Constr., with Preps., in Hom. almost always ἐν .., ἐν κονίῃσι π. fall in the dust, i.e. to rise no more, Il.11.425, cf. 13.205; ἐν αἵματι καὶ κονίῃσι πεπτεῶτας Od.22.384; π. ἐν ἀγκοίνῃσί τινος fall into his arms, Hes.Fr.142.5; ἐν χθονὶ πεπτηώς Simon.l.c. (cf. πτήσσω) π. ἐν δεμνίοις E.Or.35, cf. A.Pers.125 (lyr.) (v. infr. B. 1): rare in Prose, π. ἐν ποταμῷ X.Ages.1.32: c. dat. only, πεδίῳ πέσε Il.5.82; δεμνίοις π. E.Or.88 (s. v.l.); π. ἐπὶ χθονί Od.24.535; οὐδέ οἱ ὕπνος πῖπτεν ἐπὶ βλεφάροις Hes.Fr.188.4; ἐπὶ γᾷ S.Ant.134 (lyr.); πρὸς πέδῳ E.Ba. 605; πρὸς ἀγκάλαις Id.Ion962; ἀμφὶ σώμασίν τινων A.Ag.326: with a Prep. of motion first in Hes., Πληϊάδες π. ἐς πόντον Op.620; [ποταμὸς] εἰς ἅλα Th.791; εἰς ἄντλον E.Hec.1025 (lyr.); ἐπὶ γᾶν π. αἷμα A.Ag. 1019 (lyr.); ἐπὶ στόμα X.Cyn.10.13; πρὸς οὖδας E.Hec.405.

2. in Hom. with Advs. of motion as well as of rest, χαμάδις π. Il.7.16, 15.714, etc.; χαμαὶ π. 4.482, cf. 14.418, etc.; π. ἔραζε 12.156, cf. Od.22.280.

3. with Preps. denoting the point from which one falls, ἀπ' ὤμων χαμαὶ πέσε Il.16.803; ἀπ' οὐρανοῦ A.Fr.44.3; ἀπό τινος ὄνου Pl. Lg.701d; ἐκ χειρῶν π. ἡνία Il.5.583; π. ἐκ νηός Od.12.417; πεσὼν ἐκ νηὸς ἀποφθίμην ἐνὶ πόντῳ 10.51.

4. Geom., of perpendiculars or parts of applied figures, π. ἐπί τι fall upon, Euc.3.11, Archim.Fluit. 2.8, al., Apollon.Perg.Con.1.2; but π. ἐπί τι, ποτί τι, intersect, meet, Archim.Con.Sph.16, Spir.15; π. διά τινος pass through, Id.Con.Sph. 17; π. κατά τινος Id.Sph.Cyl.1 Def.2; ἐπί τι κατά τινα Apollon.Perg. Con.1.2.

B. Special usages:

I. πίπτειν ἔν τισι fall violently upon, attack, ἐνὶ νήεσσι πέσωμεν Il.13.742 (but ἐν νήεσσι πεσόντες tumbling into the ships, 2.175); ἐν βουσὶ π. S.Aj.375 (lyr.); Ἔρως, ὃς ἐν κτήμασι π. Id.Ant.782(lyr.); ἐπ' ἀλλήλοισι, of combatants, Hes.Sc.379, cf. 375; πρὸς μῆλα καὶ ποίμνας S.Aj.1061; πρὸς πύλαις A.Th.462.

2. throw oneself down, fall down, πρὸς βρέτη θεῶν ib.185; ἀμφὶ σὸν γόνυ E.Hec.787; ἐς γόνατα on one's knees, of a wrestler, Simon.156; ἐς τὸν ὦμον Ar.Eq.571.

II. fall in battle, πῖπτε δὲ λαός Il.8.67, etc.; οἱ πεπτωκότες the fallen, X.Cyr.1.4.24; νέκυες πίπτοντες Il.10.200; νεκροὶ περὶ νεκροῖς πεπτωκότες E.Ph.881; πεσήματα ..πέπτωκε δοριπετῆ νεκρῶν Id.Andr.653; π. ὑπὸ Ἀθηναίων Hdt.9.67; ὡς ..θάμνοι πρόρριζοι πίπτουσι .., ὣς ἄρ' ὑπ' Ἀτρεί̈δῃ πῖπτε κάρηνα Τρώων Il.11.157, cf. 500, etc.; τὸ Περσῶν ἄνθος οἴχεται πεσόν A.Pers.252.

2. fall, be ruined, δόμον δοκοῦντα κάρτα νῦν πεπτωκέναι Id.Ch.263, cf. Pl.Phlb.22 e; πεσεῖν ..πτώματ' οὐκ ἀνασχετά A.Pr.919, cf. Pl.La.181b; στάντες τ' ἐς ὀρθὸν καὶ πεσόντες ὕστερον S.OT50; ἀβουλίᾳ, ἐξ ἀβουλίας π., Id.El.429, 398; ἀπὸ σμικροῦ κακοῦ Id.Aj.1078; of an army, μεγάλα πεσόντα πρήγματα ὑπὸ ἡσσόνων Hdt.7.18, cf. Th.2.89; ὁ Ξέρξεω στρατὸς αὐτὸς ὑπ' ἑωυτοῦ ἔπιπτε Hdt.8.16; of a city, π. δορί E.Hec. 5.

3. fall, sink, ἄνεμος πέσε the wind fell, Od.19.202 (but in Hes. Op.547, Βορέαο πεσόντος is used for ἐμπεσόντος, falling on, blowing on one): metaph, πέπτωκεν κομπάσματα A.Th.794, cf. S.Ant.474: c. dat., ταῖς ἐλπίσι πεσεῖν fail in one's hopes, Plb.1.87.1.

4. fall short, fail, Pl.Phd.100e; of a playwright, fail, Ar.Eq.540.

III. πίπτειν ἔκ τινος fall out of, lose a thing, unintentionally, σοι ἐκ θυμοῦ πεσέειν fall out of, lose thy favour, Il.23.595; ἐξ ἐλπίδων π. E.Fr.420.5; τοὔμπαλιν π. φρενῶν Id.Hipp.390; also of set purpose, ἐξ ἀρκύων π. escape from .., A.Eu.147; ἔξω τῶν κακῶν Ar.Ra.970.

2. reversely, πολλὴν ἐς κακότητα π. Thgn.42; εἰς ἄτην Sol.13.68; εἰς δουλοσύνην Id.9.4; ἐς δάκρυα Hdt.6.21; ἐς νόσον A.Pr.478; εἰς ἔρον, ἔριν, ὀργήν, φόβον, ἀνάγκας, E.IT1172, Fr.578.8, Or.696, Ph.69, Th.3.82; also ἐν γυιοπέδαις π. Pi.P.2.41; ἐν μέσοις ἀρκυστάτοις S.El.1476; ἐν φόβῳ E.Or.1418 (lyr.); ἐν σολοικισμῷ Luc.Sol.3; πρὸς τόλμαν S.Ichn. 11: c. dat. only, π. δυσπραξίαις Id.Aj.759; αἰσχύνῃ Id.Tr.597, etc.; οὐκ ἔχω ποῖ γνώμης πέσω I know not which way to turn, ib.705.

3. εἰς ὕπνον π. fall asleep, Id.Ph.826; but ἐν ὕπνῳ Pi.I.4(3).23; simply ὕπνῳ, A.Eu.68.

4. π. εἰς ἰατρικὴν χρῆσιν to be applied to (medicinal) use, Dsc.5.19,151,al.

5. π. ὑπ' αἴσθησιν to be accessible to perception, Iamb.Comm.Math.8, in Nic.p.7 P.

IV. πίπτειν μετὰ ποσσὶ γυναικός to fall between her feet, i.e. to be born, Il.19.110.

V. of the dice, τὰ δεσποτῶν εὖ πεσόντα θήσομαι I shall count my master's lucky throws my own, A.Ag.32; ἀεὶ γὰρ εὖ πίπτουσιν οἱ Διὸς κύβοι S. Fr.895; ὥσπερ οἱ κύβοι: οὐ ταὔτ' ἀεὶ πίπτουσιν Alex.34; ὥσπερ ἐν πτώσει κύβων πρὸς τὰ πεπτωκότα τίθεσθαι τὰ πράγματα according to the throws, Pl.R.604c; ὄνασθαι πρὸς τὰ νῦν π. E.Hipp.718; πρὸς τὸ πῖπτον as matters fall out, Id.El.639; of tossing up with oystershells, κἂν μὲν πίπτῃσι τὰ λεύκ' ἐπάνω Pl.Com.153.5; of lots, ὁ κλῆρος π. τινί or παρά τινα, Pl.R.619e, 617e; ἐπί τινα Act.Ap.1.26: Astrol., π. καλῶς ὁ οἰκοδεσπότης Vett. Val.7.15.

2. generally, fall, turn out, εὖ πίπτειν to be lucky, E.Or.603; παρὰ γνώμαν π. Pi.O.12.10; of a battle, καραδοκήσοντα τὴν μάχην τῇ πεσέεται to wait and see how it would fall, Hdt.7.163, cf. 8.130; λόγων κορυφαὶ ἐν ἀλαθείᾳ π. turn out true, Pi.O.7.69; συμφοραὶ παντοῖαι πίπτουσαι παντοίως Pl.Lg.709a.

3. fall to one, i.e. to his lot, esp. of revenues, accrue, τῷ δήμῳ πρόσοδος ἔπιπτε Plb.30.31.7; φησιν ..ἑξακισχίλια τάλαντα τοῖς Λακεδαιμονίοις πεσεῖν Id.2.62.1; τὴν πεπτωκότα (sic) μοι οἰκίαν BGU251.12 (ii A. D.); τὰ πίπτοντα διάφορα ἐκ τῶν μυστηρίων IG5(1).1390.45 (Andania, i B. C.); τὸ πεσὸν ἀπὸ τῆς τιμῆς ἀργύριον D.H.20.17; to be paid, τῶν εἰς Καίσαρα πίπτειν ὀφειλόντων ἐξεταστής Str.17.1.12; τὰ πεπτωκότα εἰς τὸ ..ἱερόν PEleph.10.2 (iii B. C.); π. ἐπὶ τράπεζαν PCair.Zen.236.7 (iii B. C.), PLond.3.1200.1 (ii B. C.); μὴ πιπτόντων τῶν τόκων BMus.Inscr.1032.40 (Teos); πέπτωκεν ἁλικῆς διά τινος ..Ostr.Bodl.i3 (iii B. C.) (but τὰ ἀπὸ τῶν προσόδων πίπτοντα deficiencies, IPE12.32B75 (Olbia)).

VI. fall, of a date or period of Time, π. κατὰ τὴν ρκθ' Ὀλυμπιάδα Plb.1.5.1; οἱ χρόνοι οἱ πίπτοντες ὑπὸ τὴν ἡμετέραν ἱστορίαν Id.4.2.2.

VII. fall under, belong to a class, εἰς γένη ταῦτα Arist.Metaph.1005a2, al.; ἐπὶ τὴν αὐτὴν ἐπιστήμην ib.982b8; ὑπὸ τὴν αὐτὴν μέθοδον Id.Top.102a37, cf. 151a15; ὑπὸ τέχνην οὐδεμίαν Id.EN1104a8; ἔξω τῶν διῃρημένων γενῶν Id.PA681b1; τὸ μακάριον ἐνταῦθα πεπτωκέναι Epicur.Ep.1p.28U.; ὅσα πέπτωκεν ὑπὸ τὴν ..ἱστορίαν Plb.2.14.7.