Previous: ποιησιφάρμακονNext: ποιητής


ποι-ητέος, α, ον, to be made or done, Hdt.1.191, 7.15, Hp.Art.27, Pl.R.361c; εὐλάβειά τινος π. Antipho 3.3.11; τὸ π., = τί δεῖ ποιεῖν, Th.4.99.

II. ποιητέον, one must make or do, And.3.16, Onos.22.2, etc.:—
from Med., one must deem, περὶ πολλοῦ π. τὸ ἑαυτὸν γιγνώσκειν X.Mem.4.2.30.