Previous: πολλαχόσεNext: πολλαχῶς


πολλᾰχ-οῦ, Adv. in many places, τοὔνομα γένοιτ' ἂν πολλαχοῦ, τὸ σῶμα δ' οὔ E.Hel.588, cf. Pl.Smp.209e; ἐμοῦ πολλάκις ἀκηκόατε πολλαχοῦ λέγοντος Id.Ap.31c; π. ἐν τοῖς λόγοις Id.Prt.329c; Ὅμηρος π. λέγει Id.Cra.408a; π. ἄλλοθι X.Cyr.7.1.30.

2. c. gen., π. τῆς γῆς v. l. in Pl.Phd.111a.

II. = πολλαχῇ, on many grounds, interpol. in Hdt.6.122, v. l. in Isoc.4.183.