Previous: πονηρόπολιςNext: πονηρόφθαλμος


πονηρός, ά, όν, in physical sense, oppressed by toils, πονηρότατος καὶ ἄριστος, of Heracles, Hes.Frr.138,139.

2. of things, toilsome, painful, grievous, ἔργα Hom.Epigr.14.20; νούσων πονηρότερον Thgn. 274; φορτίον Ar.Pl.352.

II. in bad case, in sorry plight, useless, good-for-nothing, σύμμαχοι ib.220, cf. Nu.102; στράτευμα X.An.3.4.34; ἰατρός Antipho 4.2.4 (v.l. for μοχθηρός); κύων, ἱππάριον, Pl. Euthd.298d, X.Cyr.1.4.19; δίαιτα, τροφή, σιτία, injurious, Pl.R.425e, Lg.735b, Grg.464d, etc.; π. ἕξις σώματος Id.Ti.86e; π. σῶμα, opp. χρηστόν, Id.Prt.313a, cf.R.341e; π. σκώμματα sorry jests, Ar.Nu.542; π. βούλευμα Id.Lys.517 (Comp.); π. πράγματα a bad state of things, Th.8.97, cf. 24; π. ἀρχὴ τῆς παιδείας a bad beginning, Aeschin.1.11; π. τὴν fαυτιλίαν ναυτίλλεσθαι Pl.R.551c; π. πολιτεία Arist.Pol. 1294b38. Adv., -ρῶς ἔχειν to be in bad case, Th.7.83, etc.; ἂ πονηρῶς ἔχει τῶν πραγμάτων Lys.14.35; π. διακεῖσθαι, διατεθῆναι, Isoc. 19.12, D.59.55.

III. in moral sense, worthless, knavish, φήμη, βίος, ζόη, A.Ch.1045, Frr.90,401, etc.; οὐδεὶς ἑκὼν π. Epich.78; π. ἦθος Democr.192; πονηρὸς ..κἀκ πονηρῶν rogue and son of rogues, Ar.Eq. 336-7; ὦ πόνῳ πονηρέ in a comic jingle, Id.V.466, cf. Lys.350; π. πόρρω τέχνης past master in knavery, Id.V.192; π. τοῖς φίλοις X.Cyr.8.4.33; πρὸς ἀλλήλους Id.An.7.1.39; π. λόγων ἀκρίβεια Antipho 3.3.3; πονηρότεροι σύμβουλοι Id.5.71; π. [ῥῆμα] malicious, Ev.Matt.5.11; τὰ π. wickednesses, X.Cyr.2.2.25; πονηρὰ δρᾶσαι E.Hec.1190; τὸ π. LXX De.17.2; δόλῳ πονηρῷ, Lat. dolo malo, SIG693.6 (Methymna, ii B.C.); ὁ π. the evil one, Ev.Matt.13.19; π. δαίμων PLips.34.8 (iv A.D.), etc.

2. base, cowardly, S.Ph.437, etc.; π. χρώματα, i.e. the coward's hue, X.Cyr.5.2.34 (interpol.).

3. with a political connotation, of the baser sort, E.Supp.424; οἱ λεγόμενοι π. Pl.R.519a; opp. καλοὶ κἀγαθοί, Isoc.15.100,316, cf. Ar.Eq.186.—
On the variation of accent, πονηρός and πόνηρος, v. μοχθηρός fin.