Previous: πρασσαῖοςNext: πρασώδης


πράσσω, Ep. and Ion. πρήσσω, Att. πράττω (first in IG12.7.11, al., Ar. and X.), Cret. πράδδω Leg.Gort.1.35: fut. πράξω, Ion. πρήξω: aor. ἔπραξα, Ion. ἔπρηξα: pf. πέπραχα, Ion. πέπρηχα, (trans.) Hdt.5.106, X.HG5.2.32, Cyr.3.1.15, Din.3.21, Men.619, IG9(2).517.36 (Larissa, iii B. C.), PHib.1.80.11 (iii B. C.), (intr.) Pl.Com.187 codd., Arist.Rh.Al.1440a36: plpf. ἐπεπράχει(ν) (trans.) X. l.c., (intr.) App. BC5.83: pf. 2 πέπρᾱγα, Ion. πέπρηγα, (intr.) Pi.P.2.73, Hdt.2.172, Ar.Pl.629, Ra.302, X.HG1.4.2, (trans.) Arist.EN1168b35, al., SIG 364.70 (Ephesus, iii B. C.): plpf. ἐπεπράγεσαν (intr.) Th.2.4,7.24:—
pf. πέπραγα Att., πέπραχα Hellenistic, acc. to Moer.p.293 P., Phryn. PSp.103 B., but see above:—
Med., fut. πράξομαι Antipho Fr.67, X. HG6.2.36 (also in pass. sense, Pi.P.4.243 (prob.), Pl.R.452a): aor. ἐπραξαμην S.OT287, Th.4.65, etc.:—
Pass., fut. (v.supr.), also πραχθήσομαι Aeschin.3.98, Arist.Rh.1359a11, etc.; fut. 3 πεπράξομαι S.OC 861, Ar.Av.847, Eup.9.3 D.: aor. ἐπράχθην S.Tr.679, Th.4.54, etc.: pf. πέπραγμαι A.Pr.75, etc. (sts. in med. sense, v. infr. vi). [ᾱ by nature, as is shown by the Ion. form πρήσσω, and by the accent in πρᾶγμα, πρᾶξις, etc.]

I. in Ep. only, pass through, pass over, δὶς τόσσον ἅλα πρήσσοντες ἀπῆμεν Od.9.491; ῥίμφα πρήσσοντε κέλευθον Il.14.282, 23.501; ῥίμφα πρήσσουσι κέλευθον Od.13.83; ὁδὸν πρήσσουσιν ὁδῖται h.Merc.203: c. gen., ἵνα πρήσσωμεν ὁδοῖο Il.24.264, Od.15.219; ὄφρα πρ. ὁδοῖο ib.47; ἵνα πρήσσῃσιν ὁδοῖο 3.476: Gramm. note that this sense is found only in pres., An.Ox.1.355, EM688.1.

II. experience certain for- tunes, fare well or ill, ὁ στόλος οὕτως ἔπρηξε Hdt.3.26, cf.4.77, Th.7.24; so ὡς ἔπρηξε Hdt.7.18; κατὰ νόον π. Id.4.97, cf. Ar.Eq.549; πράξασαν ὡς ἔπραξεν A.Ag.1288; εὖ πέπραγεν, ὅτι .. Pi.P.2.73, cf. Hdt.1.24,42, etc.; φλαύρως π. τῷ στόλῳ Id.6.94; π. καλῶς A.Pr.979; χαλεπώτατα π. Th.8.95; ταπεινῶς π. Isoc.5.64; ὅστις καλῶς πράττει, οὐχὶ καὶ εὖ πράττει; Pl.Alc.1.116b; π. εὐτυχῶς S.Ant.701; κάλλιστα E.Heracl. 794; μακαρίως, εὐδαιμόνως, Ar.Pl.629, 802: freq. with neut. Pron. or Adj., εὖ π. τι S.OT1006, cf. OC391; μηδὲν εὖ π. X.Mem.1.6.8; χρηστόν τι π. Ar.Pl.341; καλά Th.6.16; χείρω Id.7.71; μεγάλα E.IA 346; πάντ' ἀγαθά Ar.Ra.302, cf. Eq.683 (lyr.); εὐδαίμονα E.El.1359 (anap.); πολλὰ καὶ ἀγαθά X.An.6.4.8; οἷον ἥθελεν S.OC1704 (lyr.); πράξας ἅπερ ηὔχου E.Or.355 (anap.), cf.X.Mem.3.9.14.

III. achieve, effect, accomplish, οὔ τι Il.1.562, 11.552, Od.2.191, etc.; οὐδέ τι ἔργον ἐνθάδ' ἔτι πρήξει 19.324, cf. 16.88; χρῆμα μὲν οὐ πρήξεις, σὺ δ' ἐτώσια πόλλ' ἀγορεύσεις Hes.Op.402; κλέος ἔπραξεν won it, Pi.I.5(4).8; ἔπραξε δεσμόν achieved bondage, i.e. brought it on himself, Id.P.2.40; τινὰ Νηρεί̈δων π. ἄκοιτιν Id.N.5.36; ὕμνον π. grant power of song, ib.9.3; λεόντεσσι π. φόνον do slaughter upon them, ib.3.46; τὴν Κυπρίων ἀπόστασιν π. Hdt.5.113; π. εἰρήνην, φιλίαν, bring it about, D.3.7, 18.162; π. τι παρά τινος get something from .., ὧν δέονται πάντων πεπραγότες εἶεν παρὰ βασιλέως X.HG1.4.2; ἐλπὶς πράξειν τι παρὰ τῶν θεῶν ἀγαθόν Isoc.2.20; also, attempt, plot, δήμου κατάλυσιν And.3.6: c. dat. pers., δαίμοσιν π. φίλα A.Pr.660; Αοξίᾳ χάριν E. Ion37, cf. 896 (lyr.), El.1133, etc.; σὺ τοῦτο πράξεις ὥστε ..; A.Eu. 896:—
Pass., πέπρακται τοὖργον Id.Pr.75; φεῦ φεῦ πέπρακται E.Hipp. 680; τὰ πεπραγμένα Pi.O.2.15, etc.; ἡ ἐπὶ τοῖς πεπρ. ἀδοξία D. 1.11; τὰ πεπρ. λῦσαι Id.24.76; τὰ πραχθέντα A.Pr.683, etc.; τὰ ἔργα τῶν πραχθέντων the facts of what took place, Th.1.22; οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη Pl.Prt.324b.

2. abs., effect an object, be successful, δὸς Τηλέμαχον πρήξαντα νέεσθαι Od.3.60; ἔπρηξας καὶ ἔπειτα Il.18.357.

3. of sexual intercourse, ἐπράχθη τὰ μέγιστα Theoc.2.143.

4. to be busy with, σὺ μὲν τὰ σαυτῆς πρᾶσσ' mind your own business, S.El.678; πράττων ἔκαστος τὸ αὑτοῦ Pl. Phdr.247a, cf. Plt.307e; τὰ αὑτοῦ π. καὶ μὴ πολυπραγμονεῖν Id.R. 433a, cf. 400e, etc. (whereas πολλὰ π. = πολυπραγμονεῖν, Hdt.5.33, E.HF266, Ar.Ra.228, etc.); φιλοσόφου τὰ αὑτοῦ πράξαντος καὶ οὐ πολυπραγμονήσαντος Pl.Grg.526c, cf. Ap.33a, etc.; οὐδ' εὖ ..οἰκοῦνται αἱ πόλεις, ὅταν τὰ αὑτῶν ἕκαστοι πράττωσι (ironical) Id.Alc.1.127b; μὴ τὰ αὑτῶν π. not to act their part, Id.R.452c; π. τὰ δέοντα X.Mem. 3.8.1.

5. manage affairs, do business, act, εἰπεῖν τε καὶ πρᾶξαι ib.2.9.4, cf. 2.8.6; πράττειν τὰ πολιτικὰ πράγματα, τὰ τῆς πόλεως, manage state-affairs, take part in government, Pl.Ap.31d, Lys.16.20; τὰ Ἀθηναίων Pl.Smp.216a; οἱ τὰ κοινὰ π. καὶ πολιτευόμενοι Arist.Pol.1324b1: abs., without any addition, ἱκανωτάτω λέγειν τε καὶ πράττειν, of able statesmen, X.Mem.1.2.15, cf. 4.2.1,4; πολιτεύεσθαι καὶ π. D.18.45, cf. 59, Pl.Prt.317a.

6. generally, transact, negotiate, manage, οἱ πράξαντες πρὸς αὐτὸν τὴν λῆψιν τῆς πόλεως Th. 4.114; Θηβαίοις τὰ πράγματα π. manage matters for their interest, D.19.77:—
so in Pass., τῷ Ἱπποκράτει τὰ ..πράγματα ἀπό τινων ἀνδρῶν ..ἐπράσσετο matters were negotiated with him by .., Th.4.76: but freq. abs., treat, negotiate, manage, act, οἱ πράσσοντες αὐτῷ ib.110, cf. 5.76; π. πρός τινα Id.2.5, 4.73, etc.; ἐς (v.l. πρὸς) τοὺς βαρβάρους, ἐς τοὺς Εἵλωτας, Id.1.131, 132:—
Pass., ἐπράττετο οὐ πρὸς τοὺς ἄλλους Aeschin.3.64; also π. τι ὑπὲρ τῶν κοινῶν D.26.2; π. ὑπὲρ τῆς πόλεως τὰ πάτρια Id.59.73; π. περὶ εἰρήνης X.HG6.3.3; π. τῇ δύναιτο ἄριστα Hdt.5.30; π. ὡς ἄριστα καὶ πιστότατα Th.1.129; οἱ πράσσοντες the traitors, Id.4.89, 113:—
folld. by dependent clauses, πρᾶσσε καὶ τὰ ἐμὰ καὶ τὰ σὰ ὅπῃ κάλλιστα ἕξει Id.1.129; ἐς τὴν Πελοπόννησον ἔπρασσεν, ὅπῃ ὠφελία τις γενήσεται ib.65; π. ὅπως πόλεμος γένηται ib.57; π. ὅπως τιμωρήσονται ib.56, cf. 3.4,70, etc.: c. acc. et inf., μὴ δεῦρο πλεῖν τὴν ναῦν ἔπραττεν D.32.22.

b. esp. of secret practices and intrigues, εἴ τι μὴ ξὺν ἀργύρῳ ἐπράσσετ' ἐνθένδ' unless some bribery was being practised, S.OT125; καί τι αὐτῷ καὶ ἐπράσσετο ἐς τὰς πόλεις προδοσίας πέρι Th.4.121, cf. 5.83; μετάστασις ἐπράττετο Lys.30.10; τούτοις ἔπρασσον τὴν πόλιν Plb.4.17.12; νῦν δ' αὔτ' Ἀτρεῖδαι φωτὶ παντουργῷ φρένας ἔπραξαν have jobbed them (the arms) away to a villain, S.Aj.446.

IV. practise, πόνῳ π. θεοδμάτους ἀρετάς Pi. I.6(5).11; δίκαια ἢ ἄδικα Pl.Ap.28b, etc.; ταῦτ' ἔπραξάν τε καὶ ἔλεξαν X.Cyr.5.1.1; ἃ καὶ λέγειν ὀκνοῦμεν οἱ πεπραχότες Men.619: then abs., act, π. ἔργῳ μὲν σθένος βουλαῖσι δὲ φρήν Pi.N.1.26; ὡς πράττοντες as doing, Pl.R.527a; μεθ' ἡμῶν ἔπραττεν, i. e. he took our side, Is.5.14.

2. study, δράματα Suid. S1.v. Ἀριστοφάνης; συλλογισμούς Arr.Epict.2.17.27; ἐν τοῖς πραττομένοις in the poems which are now studied, made the subject of commentaries, Sch.Nic. Th.11.

V. c. dupl. acc. pers. et rei, πράττειν τινά τι do something to one, E.Hel.1394, Isoc.12.93; ἀγαθόν τι π. τὴν πόλιν Ar. Ec.108.

VI. exact payment from one, αὐτοὺς ἑκατὸν τάλαντα ἔπρηξαν Hdt.3.58; πράσσει με τόκον he makes me pay interest, Batr.185; π. τινὰ χρέος Pi.O.3.7, cf. P.9.104; ὅσοι πράξεις πεπράγασιν SIG364.70 (Ephesus, iii B. C.); τοὐφειλόμενον π. Δίκη A.Ch. 311 (anap.); ἀντίποινα Id.Pers.476: freq. of tax-gatherers or other collectors of public debt, IG12.116.16, al., Pl.Lg.774d; π. τὰς εἰσφοράς D.22.77, etc.; φόρον ἔπρησσον παρ' ἑκάστων obtained or demanded from .., Hdt.1.106: c. acc. pers., press for payment, μὴ π. τοὺς ὀφειλέτας Plb.38.11.10; π. τινά τι ὑπέρ τινος demand from one as the price for a thing, Luc.Vit.Auct.18: metaph., φόνον π. exact punishment or vengeance for a murder: hence, avenge, punish, A.Eu.624; τὰ περὶ τὸν φόνον ἀγριωτέρως π. Pl.Lg.867d:—
Pass., ὑπὸ βασιλέως πεπραγμένος φόρους called on to pay up the tribute, Th.8.5; πραχθεὶς ὑπὸτῶνδε Lys.9.21 codd., cf. Pl.Lg.921c:—
Med., exact for oneself, πράξασθαί τινα μισθόν Pi.O.10(11).30; ἀργύριον, χρήματα, Hdt.2.126, Th.4.65, cf. Ar.Ra.561, etc.; τὴν διπλασίαν π. τὸν ὑποφεύγοντα Pl.Lg.762b, cf. Plb.5.54.11; π. τοὺς ἐξάγοντας τριακοστήν D.20.32; πράσσεσθαι χρέος Antipho Fr.67; φόρους πράσσεσθαι ἀπό, ἐκ τῶν πόλεων, Th.8.5, 37; παρ' αὐτῶν ἃ ὤφειλον Lys.17.3, cf. And.2.11: metaph. of exacting punishment, etc., μεγάλ' ἀντ' ὀλίγων ἐπράξαο Call.Lav.Pall.91:—
Pass. pf. and plpf. in med. sense, εἰ μὲν ἐπεπράγμην τοῦτον τὴν δίκην if I had exacted from him the full amount, D.29.2.

VII. c. acc. pers., πράττειν τινά deal with, finish off, euphem., ἔπρασσε δ' ᾇπέρ νιν, ὧδε θάπτει A.Ch.440 (lyr.); πεπραγμένοι is f.l.ib.132.