Previous: πρόπεμπτοςNext: προπένθερος


προπέμπω, aor. προέπεμψα, contr. προὔπεμψα, send before, send forward or forth, πρό μ' ἔπεμψεν ἄναξ Il.1.442; εὖτέ μιν εἰς Ἀί̈δαο ..προὔπεμψεν 8.367, cf. Od.17.54, 117, 24.360; π. κήρυκας Hdt.1.60, cf. 4.33 (Pass.), 121, Th.1.29, S.El.1158, etc.; π. πρὸ τοῦ στρατεύματος ἄνδρας X.Cyr.2.4.23:—
Med., ib.5.3.53, An.7.2.14:—
Pass., impers., προπέπεμπται Th.7.77.

b. with a thing for the object, τινὶ φήμας π. S.El.1155; ξίφος afford, furnish, Id.Ph.1205 (lyr.); π. ἄχη cause, Id.Ant.1287 (lyr.).

2. of things, send forth, σποδὸς π. πίονας πλούτου πνοάς A.Ag.820; ἰοὺς ἀφύκτους καὶ προπέμποντας φόνον S.Ph. 105.

II. conduct, escort, esp. a departing traveller, Hdt.1.111,3.50, S.OC1667, Antipho1.16, Thphr. Char.5.2, etc.; τινὰ ἐς δόμους A.Pers. 530; νύμφην π. X.HG4.1.9, etc.; π. τινὰ χθονός from the land, E. Hipp.1099; π. τινὰ μέλεσιν καὶ μολπαῖσιν Ar.Ra.1525 (anap.); π. τινὰ τοῖς ἵπποις X.An.7.2.8; τοῖς προπέμπουσι καμήλοις Πολύκαρπον PFlor. 206.2 (iii A. D.); esp. follow a corpse to the grave, τινὰ ἐπὶ τύμβῳ A. Th.1064 (anap.); Καρικῇ μούσῃ τοὺς τελευτήσαντας Pl.Lg.800e; τιμὰς π. θεοῖς carry offerings in procession, A.Pers.622: jocosely, τὸν ἕνα ψωμὸν ἑνὶ ὄψῳ π. let one piece of bread be attended by one condiment, X.Mem.3.14.6:—
Pass., Isoc.4.148; of a funeral procession, -πεμφθέντες κοινῇ ὑπὸ τῆς πόλεως Pl.Mx.236d; πανδημεὶ προπεμπομένους ἐπὶ θάνατον, of the Minotaur's victims, Isoc.10.27; ὑπὸ ποιητικῆς ἐπὶ φιλοσοφίαν Plu.2.37b.

2. pursue, X.HG7.2.13.