Previous: πρόσβασιςNext: προσβεβαιόω


προσβᾰτός, ή, όν, accessible, ἱππεῦσι X.An.4.3.12: abs., ib.4.8.9; χωρίον ἔνθα οὐ προσβατὸν θανάτῳ where was no point accessible by death, Id.Ap.23.