Previous: προσκρούωNext: πρόσκτησις


προσ-κτάομαι, fut. -ήσομαι Hdt.8.136:—
gain, get, or win besides, γῆν ἄλλην π. τῇ ἑωυτῶν Id.3.21; νήσους βασιλέϊ π. for him, Id.5.31; Μακεδόνας πρὸς τοῖσι ὑπάρχουσι δούλους Id.6.44; π. ἔθνεα Id.7.8.ά; χώραν π. Th.4.95, cf.3.28; πόλιν Lys.12.39; π. πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μοῖραν gain and add to his own portion, Hdt.1.73; βραχύ τι π. αὐτῇ [τῇ ἀρχῇ] make a small addition to it, Th.6.18, cf. X.An.5.6.15; πρὸς τοσούτοις αἰσχροῖς καὶ ἐπιορκίαν π. D.19.219: pf. part. in pass. sense, τὰ προσκεκτημένα v.l. for προκ- in Th.2.62.

2. of persons, gain or win over, τινὰς π. φίλους Hdt.1.56; π. τὸν Καλλίμαχον win over Callimachus to his side, Id.6.110; π. τοὺς Ἀθηναίους Id.8.136: c.inf., Καρίης τὴν πολλὴν π. σφίσι σύμμαχον εἶναι Id.5.103.