Previous: προσλαλιάNext: προσλάμπω


προσλαμβάνω, fut. -λήψομαι X.An.7.3.13: aor. προσέλᾰβον Id.Mem.3.14.4: pf. -είληφα Id.An.7.6.32, Ion. -λελάβηκα Eus.Mynd. 51:—
take or receive besides or in addition, get over and above, ἄρτον προσέλαβε (sc. τῷ ὄψῳ) X.Mem. l.c.; πρὸς τοῖς παροῦσιν ἄλλα [κακά] A.Pr.323; τὸ ἀναίσχυντον τῇ συμφορᾷ E.IA1145; π. αἰσχύνην Th.5.111; ἐμπειρίαν Id.6.18; ὧν μάλιστα δεόμεθα And.3.23; δόξαν γελοίαν ἡμῖν X.Smp.4.8; ἄλλην εὔκλειαν πρὸς ἐκείνοις Id.An.7.6.32; μισθόν ib.7.3.13; λόγον τῇ ἀληθεῖ δόξῃ Pl.Tht.207c; δωρειάς D.19.147; παιδείαν Id.61.42; παιδεύματα [S.] Fr.1120.4; ἃ μὴ μεμάθηκας προσλάμβανε ταῖς ἐπιστήμαις Isoc.1.18; in tmesi, τοῦτο πρὸς ζητεῖς λαβεῖν Men.Epit.132; καιρούς Pl.Phdr.272a: abs., make gains, D.2.7; make progress, Lib. Or.54.16:—
Pass., τὸ προσειλημμένον what has been gained, opp. τὸ ἀπολειπόμενον, Plu.2.77c.

2. take in, add an area to a building site, PCair.Zen.193.6 (iii B.C.):—
Math., τὸ ποτιλαμβανόμενον or ποτιλᾱφθὲν χωρίον Archim.Spir.Praef.; προσλαβών, plus, opp. λιπών, minus, Apollon.Perg.Con.3.12.

b. προσλαβών, multiplied by .., Archim.Sph.Cyl.2.8.2:—
Pass., κοινοῦ -ληφθέντος λόγου if the ratio be multiplied into both, Papp.164.22.

c. in Music, ὁ προσλαμβανόμενος [τόνος] the added note at the bottom of the scale, Ph.1.111, Plu.2.1028f, etc.

3. c. acc. pers., take to oneself as one's helper or partner, κῆδος καινὸν καὶ ξυνασπιστὰς φίλους S.OC378, cf. A. Pr.219, E.Med.885, Hipp.1011; ἱππέας καὶ πελταστάς X.Cyr.1.4.16; πόλεις τὰς μὲν βίᾳ τὰς δ' ἑκούσας Id.HG4.1.1; τινὰς τῶν πολιτῶν D. 15.14; τὸν δῆμον Arist.Pol.1312b17; π. ἀδελφοὺς τοῖς παισί, by a second marriage, X.Lac.1.9: with a second acc., π. τινὰ σύμμαχον Id.An.7.6.27, cf. Lys.26.16:—
Med., πόλεις προσλαβέσθαι Plb.1.37.5; μισθοφόρους Plu.Pel.27; π. τινὰ συνεργόν, κοινωνόν, PFay.12.10 (ii B.C.), PAmh.100.4 (ii/iii A.D.); of admitting into the army, π. τὸν ..μου ἀδελφὸν ..εἰς τὴν Δεξειλάου σημέαν UPZ14.21 (ii B.C.); προσλαβέσθαι γνώμην τινός get his vote besides, Plb.3.70.2:—
Pass., -ληφθέντες εἰς τὴν κατοικίαν admitted, enrolled, PTeb.61(a).2, cf.31,al. (ii B.C.).

b. Med., appropriate neighbouring land, π. τῇ ἑαυτοῦ οἰκίᾳ ψιλοὺς τόπους Sammelb.5954.5 (i A.D.), cf. BGU1060.17 (i B.C.).

4. in Logic, add by apposition, ὅρους Arist.APo.78a14, cf. Id.APr.58b27(Pass.); assume as minor premiss, Stoic.2.85, Muson. Fr.1p.2H., Procl.in Prm.p.855S.; cf. πρόσληψις.

5. borrow, τι κερμάτιον Men.Her.32; ἡ σελήνη φέγγος ἴδιον οὐκ ἔχει, ἀλλ' ἀπὸ τοῦ ἡλίου προσλαμβάνει Eudox.Ars 11.15.

II. take hold of, με π. κουφίσας S.Tr.1025 (lyr.); π. τὸν ἀγωγέα βραχύτερον shorten the rein, Stratt.52:—
Med., take hold of, c. gen., Ar.Ach.1215 sq., Lys.202; μικρᾶς ῥοπῆς ἔξωθεν δεῖται προσλαβέσθαι Pl.R.556e.

2. fasten, Hp. Art.78, Arist.PA670a14; καταδεῖν καὶ π. v.l. in Thphr.HP6.2.2:—
Pass., δεσμοῖς π. Arist.PA654b27, cf. HA497a22; to be enveloped, Ruf.Anat.32.

3. lend a hand, help, X.An.2.3.11 and 12; π. τινί help, assist, IG12.374.54, cf. Ar.Pax 9 (Med.); τῆς ἀποκρίσεως ὑμῖν ..π. help you to find an answer, Pl.Lg.897d; οἱ ποταμοὶ π. τῇ θαλάττῃ co-operate with .., Str.2.5.17, cf. 11.4.2, 13.1.1:—
Med., προσελάβετο τοῦ πάθεος he was partly the author of what befell, cj. for -εβάλετο in Hdt.8.90:—
Pass., π. ὑπό τινος to be aided by .., Vett.Val.58.16.

III. προσείληφασιν have learnt, believe, ὅτι ..f.l. for προσυπ- in Dsc.2.141.