Previous: πῦρNext: πυράγρα


πῠρά, ᾶς, Ep. and Ion. πῠρή, ῆς, ἡ, (πῦρ) funeral-pyre, πυραὶ νεκύων καίοντο θαμειαί Il.1.52, etc.; πυρῆς ἐπιβάντ' ἀλεγεινῆς 4.99, etc.; ἐν δὲ πυρῇ ὑπάτῃ νεκρὸν θέσαν 23.165, 24.787, cf. Pi.N.9.24, S.Tr.1254, etc.; ποίησαν δὲ πυρὴν ἑκατόμπεδον Il.23.164; πυρὴν νῆσαι, συννῆσαι, to raise one, Hdt.1.50, 86; πυρῆς ἁμμένης ibid.; τινὰ πυρᾷ κέαντες S.El.757; σκῦλα πρὸς πυρὰν ἐμὴν κόμιζε Id.Ph.1432; ἐπὶ τῇ π. κείμενος Pl.R.614b; αἱ τῶν ζωγρηθέντων σφαγαὶ εἰς τὴν π. ib.391b.

b. mound raised on the place of the pyre, tumulus, Pi.I.8(7).63, S.El.901, E.Hec.386, IT26.

2. altar for burnt sacrifice, Hdt.7.167, E.Ion 1258 (troch.); ἑρκεῖος π. Id.Tr.483; fire burning thereon, dub. l. in Hdt.2.39.

3. burning mass, ib.107, Zos.2.13; λαμπάδων π. a mass of burning torches, D.S.17.36.