Previous: συγχώννυμιNext: συγχώρημα


συγχωρ-έω, fut. -ήσω X.HG3.2.12 (codd., f.l. for -ῆσαι), Isoc.6.13, -ήσομαι E.IT741, Pl.Tht.191c, Men.Her.Fr.6, etc.:—
come together, meet, πέτραι συγχωροῦσαι the Symplegades, E.IT124 (lyr.); combine, opp. ἐκχωρέω, Anaxag.15; σ. ἕτερον ἑτέρῳ Arist.Cael.297a11; also συγχωρεῖν λόγοις meet in argument, bandy words with one, E.Hipp. 703; but in Antipho 5.27, σ. τῷ τινων λόγῳ = assent.

II. get out of the way, make way, τινι Ar.V.1516 (anap.) give way, yield, defer to, τινι Id.Lys.1111 (anap.), Th.1.140, Pl. l.c., etc.; ταῖσι κατὰ τὸν βίον ἀνάγκαις Democr.289, cf. E.Fr.965; Συρηκοσίοισι σ. τῆς ἡγεμονίης withdraw in their favour from the command, Hdt.7.161; ξ. ἀλλήλοις make a compromise, c. inf., Th.3.75; to be in collusion with, connive at, τοῖς πονηροῖς D.34.52; ξ. πρός τινας come to terms with them, Th.2.59, 3.27; οὐ ξυγχωρεῖν refuse to come to terms, Id.2.66, cf. 3.96, X.HG7.1.27.

2. accede, assent to, acquiesce in, τῇ γνώμῃ Hdt.4.148, Th.7.72; γνώμῃ μιᾷ συνεχωρείτην, c. inf., agreed to do, E.Hec.125 (anap.); c. acc. et inf., allow that .., Hdt. 2.2, Pl.Phd.100a; τοῖσιν εὖ λεχθεῖσι σ. λόγοις E.Hipp.299; opp. ἐναντιοῦσθαι, And.3.1; σ. πάθεσιν ἢ ἐναντιουμένην Pl.Phd.94b: abs., agree, acquiesce, assent, συγχώρει θέλων S.Ph.1343, cf. Hdt. 3.83, 4.43, 5.40, Pl.Lg.794c, D.18.227; τὸ συγκεχωρηκὸς τῆς εὐσεβείας yielding, unexacting temper of piety, Id.21.59:—
later in Pass., to be allowed, τέως οὐ συνεχωρήθην ἐξελθεῖν POxy.1842.8 (vi A.D.).

3. c. acc. rei, concede, give up, συγχωρησάντων ταῦτα τῶν Σπαρτιητέων Hdt.9.35; ταῦτα συγχωρήσεται; E.IT741; σ. τούτοισι τἀπιεικῆ Ar.Nu.1438, cf. Av.1685; σ. τινὶ τὴν εἰρήνην X.HG7.4.10; σ. τι περὶ τῆς χώρας Isoc.6.70; σ. θάνατον ἑαυτῷ τὴν ζημίαν acquiesce in death being his punishment, Din.1.8:—
Med., σ. τόπου τισί IGRom.4.921 (Cibyra, ii A.D.):—
Pass., τὰ συγχωρηθέντα χρήματα D.38.4; εἰρήνη, ἡμέρα συγχωρηθεῖσα, Id.18.20, 42.13; τὰ δ' ἄλλα ὡς συγκεχωρημένα τῇ φύσει τίθεται Thphr.CP2.3.5, cf. 5.3.3; συγχωρηθείσης τῆς ..γραφῆς the reading being admitted, Gal.16.712; ἡ -χωρηθεῖσα τιμή the agreed price, PGrenf.2.15 ii 9 (ii B.C.), etc.

4. concede or grant in argument, τί τινι Pl.Lg.811b, cf. R. 383c, al.: c. acc. et inf., grant that .., ib.489d, Tht.169d, 183b, al.; σ. ὅτι .. Id.Lg.705e; σ. τάδε, ὡς .. Id.R.543b; σ. τοῦτο, ὡς .. Id.Euthphr.13c, al.; σ. τοὺς τόκους agree to accept, D.56.22:—
Pass., τὰ συγκεχωρημένα ὑπὸ πάντων Pl.Phlb.14d.

5. forgive a debt, D.L. 1.45.

6. allow, c. acc. et inf., οἱ παχεῖς [κυκλίσκοι] τὰς ..σάρκας σήπεσθαι συγχωροῦσι Gal.14.47.

7. impers. συγχωρεῖ, it is agreed, it may be done, ὅπῃ ἂν ξυγχωρῇ as may be agreed, Th.5.40.

8. εἰ συγχωροίη if it were possible, v.l. in X.Eq.9.11.