Previous: συντεταγμένωςNext: συντετελεσμένως


συντετᾰμένως, Adv., (συντείνω) earnestly, eagerly, vigorously, Ar. Pl.325, Pl.Ap.23e, R.499a, Phlb.59a (in Pl. always with v.l. συντεταγμένως).