Previous: ταφοειδήςNext: ταφρεία


τάφος [ᾰ] (B), εος, τό, (τέθηπα) astonishment, amazement, τ. δ' ἕλε πάντας Od.21.122, cf. 24.441; τ. δέ οἱ ἦτορ ἵκανεν 23.93; dat. τάφει Ibyc.21.