Previous: ταπεινόψυχοςNext: ταπείνωμα


τᾰπειν-όω, lower, in point of height, reduce, σπλῆνα (swollen spleen) Dsc.2.155:—
Pass., πᾶν ὄρος ταπεινωθήσεται LXX Is.40.4; πρόσωπον ἐκ μετεώρου ταπεινούμενον Hp.Coac.208; of a plant, decrease in size, Thphr.HP7.13.9; of rivers, D.S.1.36; Astrol., of a planet, suffer dejection, Vett.Val.119.15.

II. metaph., lessen, τὸν φθόνον Plu.Per.32; τὸ ἐν μέλιτι χολῶδες Gal.15.683 (to expl. κολάζεται in Hp.Acut.59); disparage, minimize, Plb.6.15.7, cf. 3.85.7:—
Pass., to be lowered or lessened, Pl.Ti.72d.

2. humble, abase, X.An.6.3.18; τ. καὶ συστέλλων Pl.Ly.210e; ταπεινώσαντες ..τοὺς νῦν ἐπηρμένους Aeschin.3.235:—
Pass., ταπεινωθεὶς ἕπεται Pl.Phdr.254e; ὑπὸ πενίας Id.R.553c, Phld.Rh.1.225 S.; τεταπείνωται ἡ τῶν Ἀθηναίων δόξα X.Mem.3.5.4; ἐταπεινοῦντο ταῖς ἐλπίσι D.S.13.11; τεταπεινωμένων τῶν ἄλλων διὰ τὴν τῶν πραγμάτων κατάστασιν Anon.Oxy.664.22.

b. violate a woman, LXX Ge.34.2, 2 Ki.13.12,14, Ez.22.10,11.

3. in moral sense, make lowly, humble, ἑαυτόν Phld.Vit.p.38 J., Ev.Matt. 23.12, al.:—
Pass., humble oneself, τὴν θεὸν ἐξιλάσαντο τῷ ταπεινοῦσθαι σφόδρα Men.544, cf. LXX Ge.16.9, Si.18.21, 1 Ep.Pet.5.6.

4. esp. of fasting or abstinence, θεοῦ ᾧ πᾶσα ψυχὴ ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ (i.e. on a fast-day) ταπεινοῦται μεθ' ἱκετείας SIG1181.11 (Rhenea, Jewish, ii A.D.); ἐὰν ψυχὴν τεταπεινωμένην ἐμπλήσῃς feed the hungry, LXX Is.58.10, cf. Le.23.27, al.; οἶδα ταπεινοῦσθαι, opp. περισσεύειν, Ep.Phil.4.12.