Previous: τεμέσηNext: τέμπεα


τέμνω (B), only in τέμνοντα: ἀμέλγοντα, Hsch.; ἔτεμεν: ἤμελγεν, Id. (Perh. cf. Skt. ā-cāmati, pl. -camanti, 'sip', Icel. hvóma 'swallow'.)