Previous: τερπότραμιςNext: τερπωλή


τέρπω, Od.1.347, etc.; Ep. subj. τέρπῃσι 17.385: Ion. impf. τέρπεσκον Q.S.7.378, AP9.136 (Cyrus): fut. τέρψω S.Tr.1246, etc.: aor. ἔτερψα h.Pan.47, E.Heracl.433, Pl.Lg.658b:—
the Pass. and Med. have a fivefold aor.,

1. ἐτέρφθην Od.5.74, 8.131, 17.174, S.OC1140, E.Ion 541 (troch.); rare in Prose, X.Mem.2.1.24.

2. Ep. ἐτάρφθην, τάρφθην, Od.6.99, 19.213,251, 21.57.

3. Ep. ἐτάρπην, τάρπην, 23.300, Il.11.780, al.; inf. ταρπῆναι Od.23.212, and ταρπήμεναι ib.346, Il.24.3; subj. τρᾰπείω, Ep. 1pl. τρᾰπείομεν (v. infr. 11.2).

4. Ep. also ἐταρπόμην, only in 1pl. subj. ταρπώμεθα Od.4.295, al.; also redupl. through all moods, τετάρπετο Il.19.19, 24.513; τεταρπώμεσθα Od.11.212, Il.23.10,98; τεταρπόμενος Od. 1.310, al.

5. aor. 1 ἐτερψάμην, in Ep. subj. τέρψομαι 16.26 (but τέρψομαι is fut. Med. in Il.20.23, S.Fr.677); opt. τέρψαιτο h.Ap. 153; part. τερψάμενος Od.12.188:—
delight, gladden, cheer, ὅ κεν τέρπῃσιν ἀείδων 17.385; τῇ [φόρμιγγι] ὅ γε θυμὸν ἔτερπεν Il.9.189, al.; πεσσοῖσι ..θυμὸν ἔτερπον Od.1.107; καὶ τὸν ἔτερπε λόγοις Il. 15.393; τοὐμὸν ..τ. κέαρ S.Tr.1246; θοίνῃ σε τ. Achae.17; ἡ ἀγγελίη ..ἔτερψε [αὐτούς] Hdt.8.99; sts. in Att. Prose, ἔπεσι ..τὸ αὐτίκα τέρψει will give momentary pleasure, Th.2.41, cf. Pl.Lg. 658b, 658e, etc.; τ. τὴν ἀκοήν, τὰς ἀκοάς, Phld.Po.5.26,28; ἧλιξ τέρπει τὸν ἥλικα, prov. in Pl.Phdr.240c, etc.: abs., give delight, Od.1.347, 8.45, S.Aj.475; τὰ τέρποντα delights, Id.OC1217 (lyr.); ῥήματα τέρψαντά τι ib. 1281; οἱ τέρποντες λόγῳ ῥήτορες Th.3.40; τὰ τέρψοντα X.Ages.9.4.

II. more freq. in Pass. and Med.,

1. in Ep. the aor. Pass. is used, c. gen. rei, have full enjoyment of, enjoy to one's heart's content, ἐπεὶ τάρπημεν ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος Il.11.780; ἐπεὶ τάρπησαν ἐδωδῆς Od.3.70; σίτου τάρφθεν 6.99; τεταρπόμενοι φίλον ἦτορ σίτου καὶ οἴνοιο Il.9.705; ὕπνου, εὐνῆς ταρπήμεναι, 24.3, Od.23.346; φιλότητος ἐταρπήτην ib.300; ἥβης ταρπῆναι ib.212: metaph., take one's fill of lamentation, τεταρπώμεσθα γόοιο Il.23.10,98, Od. 11.212, cf. 19.213, 21.57.

2. enjoy or delight oneself, c. dat. instr., φρένα τ. φόρμιγγι Il.9.186; μύθοισι Od.23.301; δαιτί 1.26; γόῳ φρένα 4.102; δίσκοισιν Il.2.774; ἐν θαλίῃς Od.11.603, Hes.Op.115; φιλότητι (or ἐν φ.) τραπείομεν εὐνηθέντε Il.3.441, 14.314 (whereas in the phrase λέκτρονδε τραπείομεν εὐνηθέντες (v.l. -θέντε), Od.8.292, the form τραπείομεν seems to be taken by the poet as belonging to τρέπω, though others retain the usu. sense by connecting λέκτρονδε with εὐνηθέντες or by punctuating after λέκτρονδε); so in Trag., λαμπάδι τερπόμεναι A.Eu.1042 (lyr.), cf. S.OC1140, etc.; delight in, τῇ τῶν πυραμίδων μεγαλειότητι OGI666.26 (Egypt, i A.D.); τοῖς εὐώδεσι Sor. 2.29; ἐπί τισι E.Rh.194: c. part., λόγοις ..οἷς σὺ μὴ τέρψῃ κλύων S.Ant.691; τέρπεται τιμώμενος E.Ba.321; τί ἂν ..ἀκούσας τερφθείης; X.Mem.2.1.24: abs., πῖνε καὶ τέρπευ drink and be merry, Hdt.2.78.

3. with internal acc., οἴην μοῖραν δέκα μοιρέων τέρπεται ἀνήρ has only one tenth part of the enjoyment, Hes.Fr.162; κενὴν ἐτερπόμην ..τέρψιν S.Fr.577; τέρπου κενὴν ὄνησιν E.Or.1043.

4. freq. with words which limit its sense, θυμῷ Il.19.313, Od.16.26; θυμόν Il.21.45; κατὰ θυμόν Hes.Op.58,358; φρένα Il.1.474, Od.4.102, etc.; φρεσὶν ᾗσι τετάρπετο Il.19.19, cf. Od.5.74; ἐνὶ φρεσίν 8.368; τεταρπόμενος φίλον κῆρ 1.310; ἀπάταισι θυμὸν τέρπεται Pi.P.2.74. (Cf. Skt. trpnoti 'take one's fill', Causative tarpáyati 'delight (trans.)', Opruss. ka enterpo ..? 'what is the use of ..?', Goth. paurfts, OE.pearf 'benefit', Goth. parf 'I need'.)