Previous: τερμιεὺςNext: τέρμινθος


τερμίνθῐνος, η, ον, of the terebinth-tree, ῥητίνη turpentine, Diocl. Fr.140, Thphr.HP9.2.2, Dsc.4.150 (τερεμ- cod. E, τερεβ- cett., Wellm.), Sor.2.14, al. (τερεβ-), PHolm.6.33 (τερεβ-), Gal.6.288 (v.l. τερεβ-), 292,354; οἶνος Dsc.5.30, etc.; prob. to be restored for τερεβίνθινος in X.An.4.4.13:—
pecul. fem. τερμινθίς, ίδος, Nic.Al.300.