Previous: τέτραποςNext: τετραπρόσωπος


τετρά-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος, pl. ποδα, four-footed, Hdt.2.68, Pl.Ti.92a; λεία τ. a booty of cattle, Plb.4.75.7; τετράποδα ζῴδια, viz. Aries, Taurus, Leo, Sagittarius, Cat.Cod.Astr.1.166: cf. τετράποδος.

2. τετράπουν, τό, quadruped, beast, Pl.Phdr.250e, Arist.PA697b23, etc.: pl., Hdt.3.106, Ar.Nu.659, Th.2.50, Arist.HA490a29, etc.; πάντα τὰ τ. καὶ ἑρπετὰ τῆς γῆς Act.Ap.10.12.

II. of things, δίφρος τ. Eup.58, POxy.646 (ii A.D.). cf. Epich.149.

2. of four feet in length or area, IG12.372.10, al., Pl.Men.83b; πάχος ποήσει τὸ στρῶμα τετράπουν IG22.1668.14.