Previous: τηκτόςNext: τηλαύγεια


τήκω, A.Fr.300.5, etc., Dor. τάκω [ᾱ] S.El.123 (lyr.), Theoc.2.28: fut. τήξω AP5.277 (Agath.), (συν-) E.IA398 (troch.); Dor. 2sg. ταξεῖς (κατα-) Theoc.Ep.6.1: aor. ἔτηξα Hdt.3.96, (κατ-) Od.19.206, etc.: pf. τέτηκα, in intr. sense, Il.3.176, etc.; Dor. τέτᾱκα E.Supp. 1141 (lyr.), (προσ-) S.Tr.836 (lyr.): plpf. ἐτετήκειν X.An.4.5.15:—
Med., fut. τήξομαι (but in pass. sense) Hp.Flat.12: aor. ἐτηξάμην Nic.Al.63,164,350:—
Pass., fut. τᾰκήσομαι LXX Le.26.39, al., Anacreont.10.16, (συν-) Plu.2.752e: aor. ἐτάκην [ᾰ] E.Hel.3, Pl.Phdr. 251b, Ti.83a; freq. in compds. ἐξ-, ἐν-, συν-; rarely ἐτήχθην, Hp. Morb.4.57, Pl.Ti.61b, once in Trag., συντηχθείς E.Supp.1029 (lyr.): pf. τέτηγμαι Plu.2.106d, AP5.272 (Agath.); but in early Gr. the pf. and plpf. Pass. are supplied by the intr. Act. pf. and plpf. τέτηκα, ἐτετήκειν (v. supr.).

I. Act., melt, melt down (trans.), of metals, Hdt.3.96, etc.; τ. πετραίαν χιόνα A.l.c.; bring clouds down in rain, Hdt.2.25; dissolve, Pl.Ti.60e,84d, Gal.13.523, etc.

2. metaph., dissolve, cause to waste or pine away, μὴ θυμὸν τῆκε let it not melt or pine away, Od.19.264; τίν' αεὶ τάκεις ὧδ' ἀκόρετον οἰμωγὰν τὸν Ἀγαμέμνονα; (i.e. τί ὧδε τήκει οἰμώζουσα τὸν Ἀγ.;) S.El.123 (lyr.); τ. βιοτάν E.Med.141 (anap.); σῶμα Pl.R.609c; τ. καὶ λείβει [τὸ θυμοειδές] ib.411b; τ. ἧπαρ Call.Aet.Oxy.2079.8; διαφορεῖν καὶ τ. [σάρκα] carry off and reduce superfluous flesh, Gal.6.96, cf. Vict. Att.1; ἡ ταχεῖα κίνησις τὴν θερμασίαν ἐπὶ πλέον αὐξάνουσα τήκει τὸ σῶμα Id.15.191; ἔρωτες τήξουσιν κραδίην AP5.277 (Agath.).

II. Pass., with intr. pf. Act. τέτηκα, melt, be dissolved, melt away, of snow, thaw, χιὼν τηκομένη Od.19.207; ῥέειν ἀπὸ τηκομένης χιόνος Hdt.2.22; λευκῆς τακείσης χιόνος E.Hel.3; ἡνίκ' ἂν τακῇ χιών Id.Fr.228.4; τὴν χιόνα τετηκέναι X.An.4.5.15; of metals, ἐτήκετο κασσίτερος ὥς Hes.Th.862; σίδηρος ..πυρὶ κηλέῳ τήκεται ib.866; also τετηκότα (sc. κρέα) sodden flesh, E.Cyc.246; ἄλφιτα πυρὶ τ. is consumed, Theoc.2.18; τήκεται κοιλίη, merely, is relaxed, Hp.Aër.7; of putrefying flesh, fall away, Pl.Ti.82e; of a corpse, κατθανὼν ἐτήκετο S.Ant.906; κηκὶς μηρίων ἐτήκετο ib.1008; πυρὸς τετακότας σποδῷ E.Supp.1141 (lyr.); εἰς τοῦτο τετηκυῖα resolved into .., Pl.Ti. 85d; στοιχεῖα καυσούμενα τήκεται 2 Ep.Pet.3.12; of fat, τακείσης πιμελῆς Gal.6.192, cf. 18(2).140; of food in the digestive organs, τήκεται μὲν ἡ πρότερον ῥηθεῖσα [πτισάνη], ἡ δ' ἑτέρα δύστηκτός ἐστι Id.6.784.

2. metaph., melt or waste away, pine, κλαίουσα τέτηκα Il.3.176; τήκετο χρώς Od.19.204; τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης ib.208; ἐν νούσῳ ..δηρὸν τηκόμενος 5.396; τ. νούσῳ Hdt.3.99, cf. Theoc.1.66,82, etc.; Ὀδυσσεὺς τήκετο was moved to tears, Od.8.522; κλαίω, τέτηκα S.El.283; μὴ λίαν τάκου E.Med.159 (lyr.); ψυχὴν ἐτήκου Id.Heracl.645, cf. El.208 (lyr.); ἐτάκευ βασκαίνων Theoc.5.12; τὸ κάλλος ἐτάκετο Id.2.83; come to naught, δόξαι ..τακόμεναι κατὰ γᾶν μινύθουσιν A.Eu.374 (lyr.); ἐπί τινι τακείς consumed for love of .., AP7.31 (Diosc.), cf. Luc.DMeretr.12.1; βλέμμα τηκόμενον a languishing look, Plu.Ant.53. (Cf. Lat. τᾱβες, OE. pawian 'thaw', Slav. tajati 'melt'.)